Μεσογειακή Διατροφή




Η πυραμίδα της Μεσογειακής Διατροφής



          Η διατροφή έχει αποτελέσει τα τελευταία χρόνια σημαντικό πεδίο έρευνας και έχει αναγνωριστεί πια ως ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για τη διατήρηση της υγείας. Η επίδραση που έχει στην υγεία εξετάζεται στο επίπεδο των θρεπτικών στοιχείων, των τροφίμων και των ομάδων τροφίμων που καταναλώνουμε, και τους κατάλληλους συνδυασμούς μεταξύ τους. Αυτοί οι συνδυασμοί είναι αυτοί που οδήγησαν τους διατροφολόγους να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η διατροφή και τα θρεπτικά στοιχεία δεν πρέπει να επιθεωρούνται μεμονωμένα, αλλά σαν σύνολα, εξετάζοντας τις επιδράσεις που έχουν συγκεκριμένα διατροφικά πρότυπα, κι όχι συγκεκριμένα θρεπτικά στοιχεία.
          Τα επικρατέστερα διατροφικά πρότυπα σήμερα είναι το λεγόμενο δυτικό και το συνετό ή όπως όλοι τα γνωρίζουμε καλύτερα, το ανθυγιεινό και το υγιεινό. Το δυτικό χαρακτηρίζεται από υψηλή περιεκτικότητα σε  κόκκινο κρέας, επεξεργασμένα δημητριακά και τηγανητά τρόφιμα τα οποία αυξάνουν τα ρίσκο καρδιαγγειακών νοσημάτων και το δείκτη παχυσαρκίας, ενώ το συνετό από συχνή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών που μειώνει την πιθανότητα καρδιαγγειακών νοσημάτων, διαβήτη και γενικά πολλών αιτιών θνησιμότητας.
          Το σωστό διατροφικό πρότυπο όμως, από όσα διατροφικά πρότυπα έχουν μελετηθεί ανά τον κόσμο, χαρακτηρίζεται από ποικιλία τροφίμων, σωστή αναλογία ανάμεσα σε ομάδες τροφίμων(υδατάνθρακες, πρωτεΐνες, βιταμίνες, μέταλλα, ιχνοστοιχεία), μέτρο στην ποσότητα κατανάλωσης και σωστό συνδυασμό τροφίμων.
          Το χαρακτηριστικότερο και πιο δημοφιλές παράδειγμα σωστού διατροφικού προτύπου αποτελεί η μεσογειακή δίαιτα. Η μεσογειακή δίαιτα είναι γνωστή λόγω των θετικών επιπτώσεων που έχει αποδειχτεί πως έχει στους κατοίκους της μεσογείου, οι οποίοι παρουσιάζουν το χαμηλότερο ποσοστό καρδιαγγειακών νοσημάτων από κάθε λαό στην Ευρώπη.
          Η μεσογειακή δίαιτα χαρακτηρίζεται από καθημερινή χρήση των δημητριακών και των προϊόντων τους , όπως τα ζυμαρικά και το ρύζι, φρούτων και λαχανικών, τα οποία αποτελούν την κύρια πηγή βιταμινών, ελαιόλαδο και γαλακτοκομικά προϊόντα, κυρίως γάλα γιαούρτι και τυρί. Σε εβδομαδιαία βάση καταναλώνονται ψάρια και πουλερικά, τα οποία έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε ζωικά λιπαρά, και σε μηνιαία βάση καταναλώνονται κόκκινο κρέας και γλυκά, με περισσότερο μέτρο και πιο περιστασιακά.
          Τέλος, το νερό αποτελεί το κατ’ εξοχήν ποτό, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ενυδάτωση του οργανισμού, ενώ το κρασί αποτελεί ένα άλλο σημαντικό μέρος της δίαιτας αυτής, καθώς η συνετή κατανάλωσή του προσφέρει οφέλη στην υγεία συνοδευόμενο με γεύματα.
          Συνεπώς, η μεσογειακή δίαιτα είναι, εκτός από διατροφικό πρότυπο που βοηθά στην πρόληψη καρδιακών και κυκλοφοριακών ασθενειών, διαβήτη, πολλών τύπων καρκίνου, και άλλων χρόνιων νοσημάτων, είναι ένας τρόπος ζωής που αν συνδυαστεί με τις σωστές συνήθειες γυμναστικής και κατανάλωσης σωστών ουσιών μπορεί να μας ωφελήσει πολύ. 
                                                                       Λεονάρντο Ντ΄ Άντζελο Α3



     

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Ο όρος  «Μεσογειακή Διατροφή» επινοήθηκε από το φυσιολόγο Ansel Keys για να περιγράψει το μοντέλο διατροφής, το οποίο ακολουθούσαν οι λαοί των μεσογειακών χωρών που συμπεριλαμβανόταν στη Μελέτη των Επτά Χωρών (Ιταλίας, Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας, Ολλανδίας, Φινλανδίας, ΗΠΑ και Ιαπωνίας). Η μελέτη αυτή πραγματοποιήθηκε στη δεκαετία του ’60 και διήρκεσε τριάντα χρόνια, με τη συμμετοχή περίπου 13.000 ατόμων ηλικίας 40-59 ετών. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας έδειξαν ότι οι άνθρωποι που ζούσαν στις μεσογειακές χώρες, και κυρίως στην Ελλάδα, εμφάνιζαν τα μικρότερα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο και στεφανιαία νόσο και είχαν το μεγαλύτερο μέσο όρο ζωής σε σχεση με τοτς κατοίκους άλλων χωρών. Προσπαθώντας οι επιστήμονες να ανακαλύψουν το μυστικό, οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι ο ιδιαίτερος και φυσικός τρόπος ζωής τους, αλλά και η λιτή διατροφή τους ήταν οι αιτίες αυτού του φαινομένου.
Στη Διεθνή Διάσκεψη το 1993 αποφασίστηκε τι θα θεωρείται υγιεινή, παραδοσιακή, μεσογειακή διατροφή και το 1995 μία ομάδα επιστημόνων του Harvard δημιούργησε την «Πυραμίδα της Μεσογειακής Διατροφής».
Η Πυραμίδα της Μεσογειακής Διατροφής περιλαμβάνει τρία επίπεδα, ανάλογα με τη συχνότητα κατανάλωσης των συγκεκριμένων τροφίμων. Στη βάση της βρίσκονται τα τρόφιμα που πρέπει να καταναλώνονται καθημερινά και σε σημαντικές ποσότητες, ενώ στην κορυφή είναι όσα πρέπει να καταναλώνονται σπάνια και σε μικρές ποσότητες.
Πιο συγκεκριμένα, ξεκινώντας από τη βάση της πυραμίδας, θα πρέπει να καταναλώνονται:

Καθημερινά:

ü      Δημητριακά και τα προϊόντα τους (ρύζι, ζυμαρικά, ψωμί κλπ). Παρέχουν ενέργεια, είναι χαμηλά σε λιπαρά, βοηθούν στην καλή λειτουργία του εντέρου και μειώνουν τη χοληστερόλη
ü      Φρούτα και λαχανικά. Αποτελούν καλή πηγή αντιοξειδωτικών και πολλών βιταμινών, ενώ δρουν προστατευτικά ενάντια στα καρδιαγγειακά νοσήμαρα και διάφορες μορφές καρκίνου.
ü      Όσπρια και ξηροί καρποί. Περιέχουν πολλές φυτικές ίνες και βιταμίνες, δίνοντας ενέργεια στον οργανισμό.
ü      Ελαιόλαδο. Προστατεύει από τη στεφανιαία νόσο, μειώνει τα επίπεδα της «κακής» χοληστερόλης, ενώ αυξάνει την «καλή» χοληστερόλη.
ü      Γαλακτοκομικά προϊόντα. Αποτελούν καλή πηγή ασβεστίου που βοηθάει στη διατήρηση της οστικής μάζας προλαμβάνοντας τον κίνδυνο φθοράς. Εϊναι καλό να περιέχουν χαμηλά λιπαρά.

Λίγες φορές την εβδομάδα:

ü      Ψάρια. Μειώνουν την πιθανότητα εμφάνισης στεφανιαίας νόσου εξαιτίας των Ω3 λιπαρών οξέων που περιέχουν.
ü      Πουλερικά. Παρέχουν πρωτεΐνες, βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία.
ü      Γλυκά. Πρέπει να καταναλώνονται με μέτρο.

Λίγες φορές το μήνα:

ü      Κρέας. Περιέχει πρωτεΐνες υψηλής διατροφικής αξίας, σίδηρο και βιταμίνες.

Επίσης, συνίσταται η κατανάλωση 6-8 ποτηριών νερού και απαραιτήτως καθημερινή σωματική άσκηση.
                                                Σαμαντζή Ευδοκία, Στυλίδης Οδυσσέας, Α4



ΤΟ ΨΩΜΙ



Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα το ψωμί αποτελεί όχι μόνο βασικό είδος διατροφής, αλλά, έχοντας σχεδόν ταυτιστεί  με την ίδια τη ζωή, αποτελεί πυρήνα ενός συνόλου μαγικοθρησκευτικών δοξασιών και λατρευτικών εκδηλώσεων, έχοντας γίνει έτσι ένα σύμβολο ακατάλυτο και πανανθρώπινο που ενώνει λαούς και πολιτισμούς.
Στην αρχή της ζωής στον πλανήτη μας, οι άνθρωποι έτρωγαν ωμούς τους καρπούς των δημητριακών, τους οποίους αργότερα έμαθαν να καβουρδίζουν. Από την αρχαία Αίγυπτο αντλούμε πολλές πληροφορίες για την ιστορία του ψωμιού, αφού εκεί με την ανατολή του πολιτισμού άρχισε να παρασκευάζεται και το ψωμί. Οι άνθρωποι χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να ανακαλύψουν τον τρόπο με τον οποίο το σιτάρι γινόταν αλεύρι και το αλεύρι ψωμί.  
Το πρώτο αλεύρι το έφτιαχναν τρίβοντας ή κοπανίζοντας καβουρδισμένους ή αποξηραμένους σπόρους ανάμεσα σε λείες πέτρες και δεν είχε καμιά ομοιότητα με το σημερινό. Αργότερα, ανακατεύοντας αυτό το πρωτόγονο αλεύρι με νερό, άρχισαν να παρασκευάζουν τους χυλούς, οι οποίοι είναι πρόγονοι του σημερινού ψωμιού. Στη συνέχεια, έμαθαν να φτιάχνουν πιο πηχτούς χυλούς, τους οποίους έψηναν απευθείας στη φωτιά ή τους άπλωναν μέσα σε πυρακτωμένους λίθους. Τα πρώτα σκεύη που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πήλινα ταψιά.

                                                    Το ψωμί ως στοιχείο πολιτισμού

Ο ρόλος του σίτου στην ανάπτυξη του πολιτισμού αναδεικνύεται μέσα από τις πρώτες γραπτές πηγές από το μακρινό παρελθόν. Οι μαρτυρίες που μας άφησε ο Όμηρος και ο Ηρόδοτος αναφέρουν ότι οι λαοί που γνώριζαν την καλλιέργεια της γης, που ήξεραν να σπέρνουν, να θερίζουν και να παρασκευάζουν ψωμί, οι «σιτοφάγοι», όπως τους αποκαλούσαν, θεωρούνταν πολιτισμένοι, ενώ εκείνοι που έτρωγαν μόνο κρέας ήταν οι άγριοι!
Στα αρχαία κείμενα υπάρχουν πολλές αναφορές στο ψωμί. Για παράδειγμα, ο Ησίοδος μας δίνει συμβουλές για την καλλιέργεια των δημητριακών, καθώς και για το πώς ακριβώς κατασκευαζόταν ένα ξύλινο άροτρο. Οι ομηρικοί ήρωες, επίσης, σπέρνουν τη γη, θερίζουν και λιχνίζουν, αποθηκεύουν το σιτάρι και παρασκευάζουν ψωμί. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι στην αρχαία Αίγυπτο το ψωμί ζυμωνόταν με τα πόδια, κάτι που συνεχιζόταν ως τις αρχές του 20ου αιώνα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και της Ευρώπης. Τα πρώτα οργανωμένα αρτοποιεία εμφανίστηκαν στη Ρώμη επί αυτοκράτορα Τραϊανού το 97-117 μ.Χ. Στην Ελλάδα τα αρτοποιεία εμφανίστηκαν κατά το 2ο αιώνα μ.Χ., ενώ νωρίτερα το ψωμί παρασκευαζόταν στα σπίτια.

Ο κύκλος του ψωμιού

Ας παρακολουθήσουμε βήμα-βήμα τον κύκλο του ψωμιού, δηλαδή τη διαδικασία παραγωγής του από τη σπορά μέχρι το ψήσιμο:

α) Το όργωμα: Ο γεωργός κατά το μήνα Οκτώβριο οργώνει το χωράφι του με το αλέτρι του, ανοίγοντας αυλάκια και κάνονταας έτσι το χώμα πιο ελαφρύ.

β) Η σπορά: Έπειτα σπέρνει τους σπόρους. Άλλοτε σκόρπιζαν τους σπόρους με τη χούφτα, ενώ τώρα η εργασία αυτή γίνεται με αυτόματη σπαρτική μηχανή.

γ) Ο θερισμός: Κατά το μήνα  Ιούνιο, αρχίζει ο θερισμός. Άλλοτε γινόταν με το δρεπάνι, τλωρα με θεριστικές μηχανές. Αφού θερίσουν το σιτάρι, το δένουν σε δεμάτια. Την αρχαία εποχή οι άνθρωποι συνήθιζαν να γιορτάζουν την έναρξη των εργασιών του θερισμού με χορούς και λατρευτικές εκδηλώσεις, επειδή έδιναν μεγάλη σημασία στο θερισμό, καθώς απ’ το σιτάρι εξαρτιόταν η επιβίωσή τους.

δ) Το αλώνισμα: Όταν τα δεμάτια ξεραθούν, τα στρώνουν σε ένα πέτρινο αλώνι. Οι αγρότες αλώνιζαν με τη βοήθεια των ζώων και της λουκάνης. Σήμερα χρησιμοποιούνται αλωνιστικές μηχανές.

ε) Το λίχνισμα: Μ’ ένα δικράνι πιάνουν και τινάζουν στον αέρα άχυρο και καρπό μαζί. Το άχυρο, που είναι ελαφρύτερο, απομακρύνεται, ενώ ο καρπός φτιάχνει σωρούς. Τον καθαρό καρπό τον βάζουν σε σακιά, ενώ το άχυρο γίνεται μπάλες.

στ) Το άλεσμα: Τα σακιά με το σιτάρι τα πηγαίνουν στο μύλο για να τα αλέσει και να γίνει το αλεύρι. Συνήθως αυτό γινόταν τον Ιούλιο.

ζ) Το ζύγωμα: Ο αρτοποιός φτιάχνει το ζυμάρι με αλεύρι, νερό, αλάτι και προζύμι ή μαγιά. Όλα αυτά τα ανακατεύει σε μία σκάφη και τ’ αφήνει μερικές ώρες να «ανέβουν».

η) Το ψήσιμο: Έπειτα, ψήνει τη ζύμη στο φούρνο για μία ή δύο ώρες, ανάλογα με τον όγκο του.

Η διατροφική αξία του ψωμιού

            Η διατροφική αξία του ψωμιού είναι πολύ μεγάλη. Το ψωμί –και γενικότερα τα δημητριακά- έχουν υπέρτατη σημασία για τη διατροφή του ανθρώπου. Αποτελούν την πηγή από την οποία ο άνθρωπος αντλεί τα βασικότερα θρεπτικά συστατικά που είναι απαραίτητα για την επιβίωση και την υγεία του. Περιέχει υδατάνθρακες, φυτικές ίνες, πρωτεΐνες, σίδηρο, ασβέστιο και βιταμίνες, που το καθιστούν απαραίτητο στην καθημερινή μας δίαιτα.

To ψωμί στις τέχνες

                        Τέλος, το ψωμί έχει τη δική του παρουσία στις τέχνες, καθώς έχει εμπνεύσει πολλούς καλλιτέχνες, όπως ζωγράφους, ποιητές και συγγραφείς. Συχνή είναι η αναφορά του στα δημοτικά μας τραγούδια (π.χ. «Των Κολοκοτρωναίων»), αλλά και επώνυμοι ποιητές έχουν γράψει ποιήματα εμπνευσμένα από τον κύκλο του ψωμιού, όπως ο Κωστής Παλαμάς («Το πανηγύρι στα σπάρτα»), ο Κώστας Κρυστάλλης («Τραγούδι του θερισμού»), ο Γιάννης Ρίτσος («Ο τόπος μας») και άλλοι.

Τα δημητριακά στη μυθολογία

Τα δημητριακά πήραν την ονομασία τους από τη θεά Δήμητρα, η οποία ήταν η θεά της γονιμότητας. Η Δήμητρα, κόρη της Ρέας και του Κρόνου, όταν ενώθηκε με το Δία, απέκτησε μία κόρη, την Περσεφόνη. Σύμφωνα με το μύθο της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, όταν η Δήμητρα έχασε την κόρη της και την αναζητούσε απεγνωσμένα, αρνήθηκε να ξαναδώσει καρπούς στη γη και δεν ανέβηκε ξανά στον Όλυμπο. Τότε ο βασιλιάς Κελεός έδωσε εντολή να χτιστεί ένας ναός και ένας βωμός προς τιμήν της θεάς στην Ελευσίνα. Η Δήμητρα έμενε εκεί, αλλά αρνιόταν να δώσει καρπούς στη γη και οι άνθρωποι υπέφεραν από πείνα. Έτσι ο Δίας έστειλε τον Ερμή στον Πλούτωνα, για  να του ζητήσει να γυρίσει η Περσεφόνη στη μητέρα της. Τελικά, αποφασίστηκε η Περσεφόνη να περνάει το μισό χρόνο στον Κάτω Κόσμο με τον Πλούτωνα και τον άλλο μισό στη γη με τη Δήμητρα. Έτσι η γη ξαναβλάστησε. Τότε η Δήμητρα γύρισε στις διάφορες πόλεις και δίδαξε στους ανθρώπους τα μυστικά για την καλλιέργεια του σιταριού. Όμως, κάθε φορά που η Περσεφόνη κατέβαινε στον Κάτω Κόσμο, η γη κρατούσε καλά φυλαγμένους μέσα της τους σπόρους. Τους κοίμιζε και, όταν επέστρεφε στον πάνω κόσμο η Περσεφόνη, τους άφηνε να βλαστήσουν ξανά.
Οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν τη Δήμητρα ως προστάτιδα των δημητριακών. Όταν άρχιζε η σπορά, το μήνα Οκτώβριο, γιόρταζαν σε όλη την Ελλάδα τα «Θεσμοφόρια», που ήταν γιορτές αφιερωμένες στη θεά. Κάθε Οκτώβριο, επίσης, γιορτάζονταν και τα Ελευσίνια Μυστήρια, μια μεγάλη γιορτή που είχε σχέση με τη Δήμητρα και την Κόρη.
Τα σύμβολα της θεάς Δήμητρας ήταν ταεξής: ένα δεμάτι από στάχυα, ένα ρόδι, ένα καλάθι γεμάτο καρπούς, ένας νάρκισσος, ανάλογα με το περιεχόμενο της λατρείας.

Το ψωμί στη θρησκεία

Στο πλαίσιο της χριστιανικής θρησκείας, το ψωμί καθίσταται υπέρτατο σύμβολο, με τη χρήση του από το Χριστό στο Μυστικό Δείπνο. Συμβολίζει το σώμα του Χριστού, όπως ο οίνος το αίμα του. Ο ίδιος ο Κύριος το μοιράζει στους μαθητές Του στο Μυστικό Δείπνο, καθώς είναι έτοιμος να απομακρυνθεί από κοντά τους για να υποστεί τα φρικτά Πάθη για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους από την αμαρτία.

                      Ειρήνη Σουλιούδη, Χριστίνα Σουλιώτη, Ιωάννα Στεργίου, Κωνσταντίνα Τοπουζίδη Α4





  


                                Η ΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΔΙ



Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα το ελαιόλαδο είναι πρωταγωνιστής της ελληνικής διατροφής, όπως η ελιά είναι πρωταγωνιστής της ελληνικής φύσης και ιστορίας.

    Η ελιά και το λάδι στην αρχαιότητα
Στην σημασία της ελιάς έχουν κάνει αναφορά ποιητές όπως ο Σοφοκλής και ο Αριστοφάνης αλλά και στα έπη του Ομήρου, αναγνωρίζοντας την σπουδαιότητά της.
Ο Αρισταίος θεωρείται ότι δίδαξε την ελιά στους ανθρώπους, τον λάτρεψαν ως θεό και τον έκαναν προστάτη των ελαιοκαλλιεργητών. Επίσης, του πρόσφεραν την πρώτη του σοδειά.

   Το λάδι στον αθλητισμό
Στην Αρχαία Ελλάδα το λάδι είχε άμεση σχέση με τις αθλητικές δραστηριότητες. Οι αθλητές συνήθιζαν να αλείφουν το σώμα τους με λάδι


     Η ελιά σαν σύμβολο
Ο κλάδος της θεωρούνταν σύμβολο ειρήνης, σοφίας και νίκης, γι’αυτό στους πολέμους σηματοδοτούσε την λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων.

 Το λάδι στην θρησκεία 
Η αρχαία χρήση του λαδιού στην ταφική λειτουργία έχει διατηρηθεί και στην χριστιανική θρησκεία. Το ελαιόλαδο έχει σφραγιστεί στις ελληνικές παραδόσεις και χρησιμοποιείται σε όλες τις μεγάλες στιγμές και τελετουργίες, γέννηση, βάπτιση, γάμο, ευχέλαιο και θάνατο.

   Διατροφική αξία του ελαιολάδου
Το ελαιόλαδο σε μεγάλο ποσοστό διάφορα λιπαρά οξέα. Το κυριότερο από αυτά είναι το ελαϊκό οξύ που ελαττώνει την χοληστερίνη και προστατεύει από καρδιαγγειακές παθήσεις και ορισμένες μορφές καρκίνου. Επίσης, περιέχει ιχνοστοιχεία, όπως βιταμίνη Α και Ε αλλά και αντιοξειδωτικές ουσίες.

   Ελιά στην Τέχνη
Η ισχυρή παρουσία της ελιάς στον ελληνικό χώρο έχει σημαδέψει και επηρεάσει τον ελληνικό πολιτισμό.
               Εβελίνα Αννούση, Νίκη Ζαγγογιάννη, Βάσω Μπρίγκου, Οδυσσέας Στυλίδης, Α΄ τάξη






"Μαζεύοντας τις ελιές", Vincent van Gogh

"Ελαιώνας με κίτρινο ουρανό και ήλιο",  Vincent van Gogh
 
"Λιομάζωμα στη Μυτιλήνη", Στρατής Αξιώτης

          «Το μάζεμα των ελιών» του Θεόφιλου
 



Γηραιός ελαιώνας με ανθρώπινο πλήθπς που υψώνει τα χέρια. Μινωική τοιχογραφία της Κνωσού



Μιχάλη Μακρουλάκη, στεφάνι από την ιερή αγριελιά



Μάρκου Καμπάνη, Ελιές από τις καλοκαιρνές σημειώσεις
  
Η Αθηνά φυτεύει μια ελιά στην Ακρόπολη, στη διάρκεια της φιλονικίας της με τον Ποσειδώνα για την πόλη της Αθήνας



Η ελιά και το λάδι στην ιστορία και το μύθο

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, το ελαιόλαδο είναι πρωταγωνιστής της ελληνικής διατροφής, όπως η ελιά. Χαρακτηριστική μαρτυρία αποτελεί μια τοιχογραφία του ανακτόρου της Κνωσού του 16ου αιώνα π.Χ. που απεικονίζει έναν ελαιώνα, όπως επίσης τα χρυσά ποτήρια από το μυκηναϊκό τάφο του Βαφειού Λακωνίας.
Συνεπώς, το λάδι, όπως και το κρασί, συγκαταλέγονταν από τα αρχαία χρόνια ανάμεσα στα βασικά είδη διατροφής. Ο Αρισταίος θεωρείται ο πρώτος άνθρωπος που δίδαξε την καλλιέργεια της ελιάς στους ανθρώπους. Οι αρχαίοι τον λάτρεψαν ως θεό και ως προστάτη των ελαιοκαλλιεργητών. Το λάδι, το κρασί και το σιτάρι αποτελούντα τρία πολυτιμότερα προϊόντα της ελληνικής γης.
Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Αθηνά ήταν εκείνη που, έπειτα από τη γνωστή αναμέτρησή της με τον Ποσειδώνα για το όνομα της πόλης των Αθηνών, έφερε στους Έλληνες την ελιά και τους δίδαξε την καλλιέργειά της. Η ιερή ελιά που υπήρχε στην Ακρόπολη ήταν η πρώτη ελιά που η θεά χάρισε στους Έλληνες. Το λάδι που δινόταν ως έπαθλο στους νικητές των Παναθηναίων προερχόταν από δώδεκα ιερές ελιές και από τον ιερό ελαιώνα που βρισκόταν στην Ακαδημία.
Επιπλέον, με την ελιά συνδέεται και ο Ηρακλής, ο οποίος, σύμφωνα με τη μυθολογία, έφερε ένα βλαστάρι ελιάς από τη χώρα των Υπερβορείων και το φύτεψε στην Ολυμπία.
Με κλαδιά ελιάς ήταν στεφανωμένο και το χρυσελεφάντινο άγαλματου Δία στην Ολυμπία, όπως και με κλαδιά ελιάς στεφανώνονταν οι Ολυμπιονίκες.
Τέλος, οι βρώσιμες ελιές αποτελούσαν βασικό στοιχείο τη διατροφής των αρχαίων Ελλήνων. Στους αρχαίους συγγραφείς αναφέρεται ότι βρώσιμες ελιές είναι ποικίλες, όπως οι τσακιστές, οι μαύρες ελιές, οι «κολυμβάδες». Τέλος, αναφέρονται τρεις ποιότητες λαδιού: α) το «ωμοτριβές» ή «ομφάκινουν», το οποίο εξαγόταν από ελιές αγουρωπές και ήταν άριστης ποιότητας λάδι, β) το λάδι καλής ποιότητας και γ) το «χυδαίον έλαιον», που προερχόταν από ελιές πολύ ώριμες ή χτυπημένες.

                                                                                                 Κυριακή Μανιάκα, Πελαγία Νικολάου, Β2



Η ελιά στη μυθολογία



Η ελιά, ως ένας ανεκτίμητος πλούτος, θεωρήθηκε ότι έχει θεϊκή προέλευση. Συνδέθηκε με το μύθο της διαμάχης μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα στην Ακρόπολη για τον έλεγχο της πόλης της Αθήνας.  Η ελιά, δώρο της Αθηνάς στους ανθρώπους προτιμήθηκε από το άλογο του Ποσειδώνα. Το λάδι ήταν θρεπτικό, θεραπευτικό, έδινε φως και είχε πάρα πολλές χρήσεις. Στην Κρητική εκδοχή του μύθου, όπως περιγράφει η Μυρσίνη Λαμπράκη στο βιβλίο της με τίτλο «Λάδι», η Αθηνά μπορεί να ταυτιστεί με τη μητέρα θεά, καταγόταν από το νησί και παραχώρησε την ελιά στους δικούς της ανθρώπους, τους Μινωίτες.

                                                      Βαγγέλης Καπότης, Κωνσταντίνος Νικολέτος, Β2


 
Η ελιά στη θρησκεία


Σε όποιον τόπο κι αν καλλιεργείται, η ελιά θεωρείται ιερή. Με την αναφορά της Παλαιάς Διαθήκης ότι το περιστέρι του Νώε επέστρεψε στην κιβωτό κρατώντας ένα κλαδί ελιάς στο ράμφος του, αυτό έγινε σύμβολο της Διαθήκης του Θεού προς ττον άνθρωπο και της ομόνοιας. Στο παρελθόν οι ναοί χτίζονταν πάντα κοντά σε ελαιώνες, μια μικρή ποσότητα λαδιού παρείχε την αιώνια φλόγα που έκαιγε σ’ αυτούς, και οι ιερείς χειροτονούνταν με ελαιόλαδο, επειδή πίστευαν ότι αυτό τους πρόσφερε θεϊκή προστασία. Οι λέξεις «Μεσσίας» και «Χριστός» σημαίνουν αυτόν που έχει χρισθεί.
Ο χριστιανισμός υιοθέτησε αυτές τις πρακτικές και σήμερα το λάδι, μαζί με το ψωμί και το κρασί, παίζει ακόμα σημαντικό ρόλο στις ελληνορθόδοξες ιεροτελεστίες. Τα νεογέννητα αλείφονται με λάδι, το ίδιο και οι νεκροί, για να έχουν προστασία στη ζωή, αλλά και έπειτα από αυτή. Στη βάπτιση, μετά τη φοίτηση του νεοφώτιστου χριστιανού σε καθαγιασμένο νερό, ο ιερέας αλείφει το κορμί του με λάδι, κάτι που πιστεύεται ότι λειτοργεί ως ασπίδα που προστατεύει τ χριστιανό από τα βέλη του κακού.
Με δεδομένη τη σημασία που έχει το ελαιόλαδο στην καθημερινή ζωή και στις εκκλησιαστικές τελετές, δεν έιναι καθόλου παράξενο που η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ειδική λειτουργία για να το ευλογήσει. Γραμμένη από τον Άγιο Σεραπίωνα στην Αίγυπτο το 330 μ.Χ., εξυμνεί το λάδι ως ικανό να διώξει την ασθένεια και να αποτρέψει τον πυρετό και τις θέρμες, καθώς και να δώσει χάρη και να απαλείψει την αμαρτία.          



                                                                            Βαγγέλης Καπότης, Κωνσταντίνος Νικολέτος, Β2



   
Ευεργετικές ιδιότητες του λαδιού



Οι ευεργετικές ιδιότητες του λαδιού επισημαίνονται από ήδη από την  αρχαιότητα, κυρίως ως μέσο προετοιμασίας για συμμετοχή σε αθλητικούς αγώνες ή σε μάχη. Ο Όμηρος περιγράφει τους ήρωές του να αλείφονται με αυτό μετά το λουτρό, ενώ ο Πλάτωνας το θεωρεί ως βοήθεια για τους πόνους.
Οι θεραπευτικές ιδιότητες του λαδιού ήταν γνωστές και στον αρχαίο εβραϊκό κόσμο, καθώς το λάδι ήταν ένα από τα σημαντικότερα προϊόντα που παράγονταν στην Παλαιστίνη. Ας σημειωθεί εδώ ότι η λέξη «Γεθσημανή» -στα εβραϊκά “gath semaneh”- σημαίνει ελαιοτριβείο. Στην Παλαιά Διαθήκη μάλιστα η επάλειψη με λάδι μετά τη θεραπεία περιγράφεται ως επιστέγασμα της θεραπείας και θεωρείται απαραίτητη για την αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς. Σε άλλες μαρτυρίες της Παλαιάς Διαθήκης το λάδι χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις ανάληψης κάποιου υψηλού αξιώματος ή αποστολής, γι’ αυτό αλείφονται με λάδι οι βασιλείς και οι ιερείς.
Εν συνεχεία, οι θεραπευτικές ιδιότητες του λαδιού αναγνωρίζονται και από την Καινή Διαθήκη και το Χριστιανισμό. Λόγου χάριν, οι Απόστολοι θεράπευαν τους ασθενείς αλείφοντάς τους με λάδι. Επίσης, ο Καλός Σαμαρείτης στην αντίστοιχη παραβολή «ρίχνει λάδι» στις πληγές του τραυματισμένου από τους ληστές, για να τις απαλύνει. Η σημαντικότερη όμως μαρτρία για τη χρησιμοποίηση του λαδιού στον πρώτο χριστιανισμό προέρχεται από την «Καθολική Επιστολή» του Αγίου Ιακώβου, σύμφωνα με την οποία, όταν κάποιος ασθενήσει, θα πρέπει να προσκαλέσει τους ιερείς , ώστε να προσευχηθούν για τη θεραπεία το και να τον αλείψουν με λάδι. Η θεραπευτική ιδιότητα του λαδιού εξαπλώνεται και στον πνευματικό χώρο, καθώς θεωρείται ότι ξορκίζει το κακό. Από εκεί, άλλωστε, προέρχεται και τοΜυστήριο του Ευχελαίου. Δεν πρέπει να λησμονηθεί, επίσης, και η παρουσία του λαδιού στο μυστήριο της βάπτισης, όπου συμβολίζει τον αγώνα του βαπτιζομένου μετά το χρίσμα ως χριστιανού.

                                                                                                                          Αλέξανδρος Κληρίδης, Β2
 

Το λάδι ως θεραπευτικό μέσο


         Στην Ανατολική Μεσόγειο στα αρχαία χρόνια το λάδι αποτελούσε θεμελιώδες στοιχείο της πλέον εκλεπτυσμένης διατροφής. Ανέκαθεν ήταν γνωστό ως μαλακτικό και επουλωτικό, φορέας αρωμάτων και φαρμάκων, διαλύτης για τα φυτά. Παλαιότερα, στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού έχουμε παρασκευή αρωματικών ελαίων, στο Ζάκρο και στην Πύλο βρέθηκαν λεκάνες και λέβητες, ενώ στον ΄Ο υπάρχει αναφορά για μύρο με ροδοπέταλα.
         Στους Ιπποκρατικούς το λάδι χρησιμοποιείται ως υπνοκαπνικό και αρωματικό. Ο Θεόφραστος κάνει λόγο για στάκτη με λάδι και σμύρνα εν θερμώ, ενώ ο Διοσκουρίδης ενώνει λάδι και ρόδο και ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος το χρησιμοποιεί για τραύματα πάνω σε δίχτυ αράχνης. Ο Γαληνός θεωρεί το ελαιόλαδο φορέα ποικίλων φαρμάκων.
            Στο Μεσαίωνα το λάδι χρησιμοποιείται για επιχρίσματα, έμπλαστρα και ως μαλακτικό. Στην Τουρκοκρατία το ελαιόλαδο θεωρείται ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες και αποτελεί στοιχείο της διατροφής. Ο Αγάπιος Λάνδος αναφέρει ότι το λάδι είναι φάρμακο για δηλητηριάσεις από μανιτάρια, αλοιφές και έμπλαστρα. Στο Μεσοπόλεμο ο πρακτικός καλόγερος Γυμνάσιος το χρησιμοποιεί ως καταπραϋντικό για αρθρίτιδες, πυρετό, υπέρταση και δηλητηριάσεις.
            Κατά το 1850 καταγράφονται 7.500.000 ελαιόδεντρα και μεγάλη κατανάλωση λαδιού ανά οικογένεια. Ο Διονύσιος ο Πύρρος το χρησιμοποιεί ως θεραπευτικό μέσο για τη δυσκοιλιότητα, τους ρευματισμούς, για καψίματα, για δαγκώματα, ως αντιτετανικό φάρμακο και για αλοιφές.
         Στη νεότερη εποχή το λάδι χρησιμοποιείται ως φάρμακο, είναι βασικό στοιχείο της μεσογειακής διατροφής και προλαμβάνει τη στεφανιαία νόσο.



                                                                           Νίκος Μπουραζάνης, Παναγιώτης Μοσχόπουλος, Β2



Το λάδι στον πόλεμο και την ειρήνη


Η ελιά συναντάται παντού στην παράδοση και την ιστορία της Ελλάδας. Γνώρισε την ανάπτυξή της καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, εκτός από την περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το δέντρο αυτό ήταν για πολύ καιρό ιερό για τους Έλληνες, καθώς συνδεόταν με τη θεά Αθηνά, η οποία τη φύτεψε στο βράχο της Ακρόπολης νικώντας τον Ποσειδώνα στη διαμάχη τους για την πόλη της Αθήνας. Με κλαδί ελιάς –από την «καλλιστέφανον» αγριελιά που φύτεε ο Ηρακλής στην Ολυμπία- στεφάνωναν τους νικητές των Ολυμπιακών Αγώνων. Επίσης το λάδι θεωρούνταν πολύτιμο και ακριβό.

Ωστόσο, η ελιά δέχτηκε πολλές βιαιότητες. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ξέρξης  έκαψε την πρώτη ελιά που φύεψε η Αθηνά στην Ακρόπολη, όμως το δέντρο βλάστησε ξανά μέσα σε μια νύχτα. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου παραμελήθηκαν τα ελαιόδεντρα της Αττικής. Στη νεότερη ιστορία μας, όταν εισέβαλε ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, έβαλε τσεκούρι στους κάμπους και στους ελαιώνες. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης κατέκρινε και ειρωνευόταν τους Τούρκους λέγοντας ότι το δέντρο αυτό θα αναβιώσει. Το μεγαλύτερο πλήγμα όμως η ελιά το δέχτηκε από την αστικοποίηση. Με τη ραγδαία αύξηση του πληθυσμού της πόλης, η ελιά άρχισε να εκλείπει. Ξεριζώνονται ελιές, για να χτιστούν πολυκατοικίες και εργοστάσια.

Η ελιά, όμως, δεν παύει να είναι σύμβολο της ειρήνης, της νίκης και της γαλήνης. Ας θυμηθούμε το χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης, όπου περιγράφεται η σκηνή μετά τον Κατακλυσμό με ένα περιστέρι να φέρνει το μήνυμα της ελπίδας έχοντας στο ράμφος του ένα κλαδί ελιάς.



                                                                                                                               Γιάννης Ασλάνογλου, Β1  
    
                                                                   ΦΥΤΙΚΑ ΕΛΑΙΑ  


Φυτικά έλαια: ποια είναι και πού βρίσκονται

Όλοι έχουμε ακούσει για τις ευεργετικές ιδιότητες που έχει το ελαιόλαδο στην υγεία του ανθρώπου και για το γεγονός ότι αυτό αποτελεί τη βάση της Μεσογειακής Διατροφής, του πιο υγιεινού διατροφικού προτύπου, αλλά τείνουμε να ξεχνάμε πως υπάρχουν κι άλλοι τύποι λαδιού που μπορούν να έχουν θετικές συνέπειες για την υγεία μας.
Αυτό που ως τώρα έχει την περισσότερη δημοτικότητα ανάμεσα σ’ αυτά τα είδη λαδιού είναι το ηλιέλαιο, το οποίο παραγόταν σε μεγάλες ποσότητες μέχρι τη δεκαετία του ’70 στους μύλους ηλιάνθων στη Θράκη. Το σπιτικό ηλιέλαιο που φτιαχνόταν εκεί είχε πολύ διαφορετική γεύση από το τυποποιημένο, αν και γενικά το ηλιέλαιο έχει μια γεύση ήπια, που θυμίζει καρπούς.   
Άλλο ένα δημοφιλές λάδι είναι το σησαμέλαιο ή σουσαμόλαδο ή σαμόλαδο, το οποίο παράγεται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, όπου και υπάρχει μεγαλύτερη αφθονία σουσαμιού. Το λάδι αυτό είναι ξανθό, άοσμο και με βελούδινη υφή. Η γεύση του έχει ένα ευχάριστο άρωμα καρπού, η οποία αξιοποιείται σε πολλά ξεχωριστά φαγητά και γλυκύσματα.
Ένα άλλο είδος φυτικού ελαίου είναι το λινέλαιο, δηλαδή το λάδι που παράγεται από λιναρόσπορο, του οποίου η παραγωγή και η χρήση ήταν διαδεδομένη κυρίως στην Καππαδοκία. Εκεί το ελαιόλαδο χρησιμοποιούνταν σπανίως και έτσι το λινέλαιο εξαπλώθηκε σχετικά εύκολα. Χρησιμοποιείται συχνά στο τηγάνισμα, μιας και, όταν κάποια τροφή τηγανίζεται με αυτό, αφαιρείται η υπερβολικά αλμυρή ή πικρή γεύση. Άλλη μια χρήση του ήταν παλαιότερα και ως φωτιστική ύλη, αλλά αργότερα αυτή εγκαταλείφθηκε λόγω της διάδοσης του πετρελαίου.
Τέλος, ένα σπάνιο είδος λαδιού είναι το τσικουδόλαδο, ένα φυτικό έλαιο με πρασινωπό χρώμα το οποίο χρησιμοποιούνται ευρέως στη Χίο και προέρχεται από τους καρπούς τπυ δέντρου τσικουδιά.. Οι Χιώτες το θεωρούσαν αναντικατάστατο για ορισμένα γαστρονομικά παρασκευάσματα.
Δυστυχώς, όλα τα παραπάνω φυτικά έλαια αρχίζουν στην εποχή μας να σπανίζουν, καθώς το ελαιόλαδο κυριαρχεί πια στην αγορά των τροφίμων. Αν κανείς θελήσει να τα δοκιμάσει, βέβαια, στην παραδοσιακή τους μορφή, δεν έχει παρά να κάνει ένα σύντομο ταξίδι στη Μακεδονία, τη Θράκη, τη Χίο και την Καππαδοκία, όπου θα μπορέσει να τα γευτεί σε κάποιο παραδοσιακό μύλο λιναρόσπορου, ηλιάνθου ή σουσαμιού.
                                                                                                                   Λεονάρντο ντ’ Άντζελο, A3



ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ
 

Κρητική Διατροφή



Στις μέρες μας αναγνωρίζεται γενικά ότι η παραδοσιακή δίαιτα των Κρητών συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά εκείνα που την καθιστούν την υγιεινότερη δίαιτα. Η αναγνώριση προέκυψε μετά τα αποτελέσματα μακροχρόνιων συγκριτικών ιατρικών ερευνών, όπου φάνηκε ότι οι Κρήτες υπήρξαν οι υγιέστεροι και οι μακροβιότεροι από τους κατοίκους άλλων περιοχών και λαών του πλανήτη και τούτο αποδόθηκε στη δίαιτα και διατροφή τους. 

Παλαιότερα, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οι Κρητικοί τρέφονταν ανάλογα με τις εποχές: ντομάτες και μελιτζάνες το καλοκαίρι, λάχανα και πράσα το χειμώνα, αγκινάρες την άνοιξη και κάστανα το φθινόπωρο. Επειδή δεν ειχαν ψυγεία, διατηρούσαν τα λαχανικά κάνοντάς τα «τουρσί», πάστωναν τα ψάρια και το κρέας για τις περιόδους «των ισχνών αγελάδων» και δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό τους, για παράδειγμα, να ζητήσουν φράουλες τα Χριστούγεννα. Έτρωγαν σπάνια κρέας και τηρούσαν τις νηστείες που επέβαλλε η θρησκεία.

Επίσης, η καλή υγεία εξασφαλιζόταν με την άσκηση: οι άνθρωποι δούλευαν στα χωράφια ή με τα κοπάδια και πήγαιναν όπου ήθελαν περπατώντας. Από τη μια πλευρά,  οι δρόμοι οι οποίοι συνέδεαν τα ορεινά χωριά με τις παράκτιες εμπορικές πόλεις ήταν ελάχιστοι, αν υπήρχαν κι αυτοί, κι από την άλλη υπήρχαν ακόμη ελάχιστα τροχοφόρα οχήματα.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα χρόνια της Κατοχής έβαλαν τέλος στις γιορτές και πολλοί Κρητικοί επιβίωναν με φαγητά που θύμιζαν συνεχή νηστεία. Με ελάχιστα είδη μπορούσαν να ποικίλλουν πολλά προϊόντα φτιαγμένα από σιτάρι και κριθάρι, άγρια χόρτα, όσπρια, ελαιόλαδο, κατσικίσιο ή πρόβειο τυρί. Σε έρευνα που έκαναν Αμερικανοί επιστήμονες μετά το τέλος του πολέμου, διαπίστωσαν ότι οι οικογένειες κατανάλωναν μηδαμινές ποσότητες κρέατος σε εβδομαδιαία βάση. Επίσης, διαπίστωσαν ότι οι καρδιαγγειακές παθήσεις και ο καρκίνος ήταν σχεδόν άγνωστα στο νησί και επιπλέον δεν έπασχε κανείς από υποσιτισμό.

Στη δεκαετία του ’50, ο δρ. Άνσελ Κέις, Αμερικανός καρδιολόγος,  έκανε την πρώτη διακρατική μελέτη για τη σχέση των καρδιαγγειακών παθήσεων με τον τρόπο ζωής και διατροφής. Σε αυτήν χρησιμοποίησε Κρητικούς και διαπίστωσε ότι ούτε ένας από αυτούς δεν πέθανε από καρδιά, παρόλο που κατανάλωνε υψηλά ποσοστά λίπους. Λέγο καιρό αργότερα, ένας από τους Κρητικούς που έπαθε καρδιακή προσβολή ήταν ο χασάπης του χωριού! Επίσης, ο Κέις διαπίστωσε ότι οι Κρητικοί είχαν την ίδια διάρκεια ζωής με τους Ιάπωνες, η διατροφή των οποίων στηρίζεται κυρίως στα ψάρια και στα προϊόντα σόγιας και δεν περιλαμβάνει σχεδόν καθόλου λίπη. Το γεγονός αυτό τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το είδος του λίπους πρέπει να παίζει κάποιο ρόλο. Έτσι, καθώς το λίπος που κατανάλωναν οι Κρητικοί ήταν μονοακόρεστο, προερχόμενο από την ελιά, δεν τους έβλαπτε καθόλου, ενώ το ζωικό λίπος που κατανάλωναν πο Φινλανδοί, για παράδειγμα, τους οδηγούσε σε καρδιαγγειακές παθήσεις.

Η αντίληψη του Κέις ότι η κακή διατροφή μπορεί να έχει επιπτώσεις στην υγεία ήταν την εποχή εκείνη απολύτως αιρετική και όταν την υπέβαλε στην αμερικανική κυβέρνηση ολόκληρη η αίθουσα τον περιγέλασε όταν μιλούσε για τα πλεονεκτήματα της διατροφής με «πρασινάδες».

Παρόλα αυτά, νεότερες μελέτες επιβεβαίωσαν τα ευρήματα του Κέις. Μια εντυπωσιακή απόδειξη των ευεργετικών επιδράσεων της Κρητικής διατροφής στην υγεία προέρχεται από μια μελέτη σε καρδιοπαθείς ασθενείς από το Γάλλο επιστήμονα Σερζ Ρενό το 1990, ο οποίος ανακάλυψε τα θετικά αποτελέσματα του ελαιόλαδου στην υγεία. Στα τέλη του εικοστού αιώνα το ελαιόλαδο κέρδισε την αναγνώριση του ιατρικού κόσμου και της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.

Αυτό όμως που κάνει τους Κρητικούς να διαφέρουν, ως προς τη διατροφή τους, είναι η κατανάλωση λαχανικών και ελαιόλαδου. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν ογδόντα είδη χόρτων, τα οποία μαγειρεύονται σε βραστό νερό. Ακόμα, οι Κρητικοί καταναλώνουν σαλιγκάρια, μέλι, παξιμάδι από κριθάρι και καρύδια, τα οποία τρώνε με τις χούφτες. Όσον αφορά στα ποτά, πίνουν ρακή, η οποία ενεργοποιεί το μεταβολισμό, και κρασί, που βοηθά στην πέψη και την κυκλοφορία, ενώ πιθανόν να έχει και αντικαρκινικές ιδιότητες, σύμφωνα με μελέτη του 1999.

Εκείνο που χαρακτηρίζει την Κρητική διατροφή τελικά είναι το μέτρο και ο συνδυασμός της με την άσκηση, πράγμα που οδηγεί στη μακροζωία. Στις μέρες μας, βέβαια, οι δυτικές τάσεις στη διατροφή και τα εισαγόμενα προϊόντα συνεχίζουν να κερδίζουν σε δημοτικότητα στην Κρήτη, χωρίς όμως να αποκλείουν και τις τοπικές παραδόσεις. Ήδη οι Κρητικοί αγρότες έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό οργανικής παραγωγής από οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Κι ενώ πραγματικά η κατανάλωση κρέατος έχει αυξηθεί κατά πολύ, οι Κρητικοί δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν να αντικαταστήσουν το ελαιόλαδο με βούτυρο. Συγχρόνως, τα λαχανικά δε λείπουν ποτέ από το τραπέζι και τα φρέσκα φρούτα παραμένουν το αγαπημένο τους επιδόρπιο.

Φαίη Καϊτατζή, Πελαγία Νικολάου, Κέλλυ Μανιάκα, Αλίκη Παπαδοπούλου Β΄ τάξη




Κρητικοί μεζέδες, ορεκτικά και σαλάτες



Η κρητική παράδοση επιτάσσει την κατανάλωση ρακής μετά πολλών συνοδευτικών μεζέδων, όπως ελιές ή ντόπια γραβιέρα με μέλι. Το καλοκαίρι προτιμάται η ντομάτα, το αγγούρι και το καρπούζι. Αυτοί οι μεζέδες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κρητικής φιλοξενίας. Οι Κρητικοί, ανεξαρτήτως πόσο πλούσιο ή φτωχικό είναι το σπιτικό τους, προσπαθoύν να φιλέψουν τον ξένο αμέσως μόλις διαβεί το κατώφλι τους. Σε αντίθεση με τους δυτικοευρωπαίους που θεωρούν αμετάκλητο το πρώτο: «Όχι, ευχαριστώ» του επισκέπτη, οι Κρητικοί θεωρούνται πολύ επίμονοι και δύσκολα κάποιος «γλιτώνει» από τη γενναιοδωρία τους, πόσο μάλλον αν τον έχουν φιλοξενούμενο.

            Οι προσφερόμενοι μεζέδες μπορούν να αποτελούνται από οτιδήποτε υπάρχει πρόχειρο ή σε άλλες περιπτώσεις είναι κάτι πιο περίτεχνο το οποίο απαιτεί ειδική προετοιμασία. Αν είναι πρωί, η καλύτερη επιλογή είναι τα καλλιτσουνάκια με μέλι. Αν πάλι μεσημεριάσει, θα προτιμήσουν ντολμαδάκια στην κατσαρόλα. Το απογευματάκι ντάκος, ταραμοσαλάτα και άλλα πολλά συνοδεύουν την παρέα. Όλοι αυτοί οι μεζέδες δίνουν ένα ξεχωριστό χαρακτήρα στην κρητική κουζίνα και δημιουργούν μια ψευδαίσθηση ότι το νησί αυτό είναι αποκομμένο από την ηπειρωτική Ελλάδα

            Πέρα από την όποια σχέση τους με τη φιλοξενία, είναι γεγονός ότι οι μεζέδες, ως μέρος ενός μενού, είναι για πολλούς ανθρώπους το πιο ελκυστικό κομμάτι του ελληνικού τρόπου διατροφής. Γι’ αυτό και προτιμώνται από πολλούς τα πολλά μικρά πιατάκια αντί της ατομικής μερίδας.

                                                                                    Κωνσταντίνος Δενιόζος, Β1

KΡΗΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

 Κρητικές ελιές και ελαιόλαδο



Τα 34 εκατομμύρια ελαιόδεντρα της Κρήτης παράγουν το 30% του ελληνικού ελαιόλαδου. Τα δέντρα αυτά φύονται παντού εκτός από τις κορυφές των βουνών και τα υψίπεδα, όπως αυτά του Λασιθίου και του Ομαλού. Στην ανατολική και κεντρική Κρήτη τα ελαιόδαντρα φυτεύονται σε περιποιημένες σειρές και συχνά εναλλάσσονται με αμπελώνες ή σταροχώραφα. Στα δυτικά τα δέντρα είναι ψηλότερα, πιο άγρια και ακλάδευτα. Στην Ανώπολη, πάνω απ’ τα Σφακιά, το δριμύ κλίμα τα έκανε κοντόχοντρα και έχουν χτιστεί ξερολιθιές για να τα προφυλάσσουν. Πολλές από τις ελιές της Κρήτης έχουν ηλικία πολύ μεγάλη, περίπου ενός αιώνα. Τα  νεαρά δέντρα χρειάζονται επτά χρόνια πριν αρχίσουν να καρποφορούν και πολλά περισσότερα προτού αρχίσουν πραγματικά να αποδίδουν.

Τα ελαιόδεντρα είναι τόσο ενταγμένα στο τοπίο της Κρήτης, που φαίνεται φυσικό να υπήρχαν ανέκαθεν εκεί. Μαζί με τις αμυγδαλιές και τις αχλαδιές είναι από τα λίγα δέντρα που δεν μεταφέρθηκαν στο νησί. Οι αγριελιές εξακολουθούν να αφθονούν στα βουνά κατά μήκος της νότιας ακτής και κοντά τους βρέθηκαν ίχνη από νεολιθικούς οικισμούς.

Την 3η χιλιετία π.Χ. οι Μινωίτες έβγαζαν λάδι από καλλιεργημένα δέντρα, ένα μυστικό που ίσως έμαθαν από τις επαφές τους με την Αίγυπτο και τη Συρία, δηλ. τα πρώτα μέρη όπου εξημερώθηκε η ελιά. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, ωστόσο, η εξημερωμένη ελιά δεν φαίνεται να έφτασε πριν το 1500 π.Χ. Με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα, ιδεογράμματα της Γραμμικής Β΄ τόσο για τις καλλιεργημένες όσο και για τις άγριες ποικιλίες ελιάς ήταν σκαλισμένα σε καταλόγους της μετανακτορικής περιόδου του μινωικού πολιτισμού. Οι Μινωίτες φαίνεται ότι έφτιαχναν λάδι τόσο από καλλιεργημένες όσο και από άγριες ελιές. Τα μινωικά ανάκτορα διέθεταν μαγειρικό λάδι, λάδι για φωτισμό, λάδι για να αλείφουν το σώμα, το οποίο έστελναν σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, και λάδι για να θεραπεύουν κάθε είδους ασθένεια. Ο «Όρκος του Ιπποκράτη» περιγράφει περισσότερες από 60 φαρμακευτικές χρήσεις του λαδιού. Επιπλέον, στο μινωικό πολιτισμό υπήρχαν βρώσιμες ελιές· μερικές διατηρημένες σε δοχεία που βρέθηκαν στις ανασκαφές της Ζάκρου ήταν σχεδόν ίδιες με τις ρικνές θρούμπες ελιές που πωλούνται σήμερα στις αγορές της Κρήτης.
Οι Κρητικοί καταναλώνουν τις μεγαλύτερες ποσότητες λαδιού στον κόσμο, περίπου 23-24 κιλά ανά άτομο το χρόνο, σύμφωνα με ορισμένες μετρήσεις, ή 31 κιλά, σύμφωνα με άλλες μετρήσεις. Ο μέσος Έλληνας λέγεται ότι καταναλώνει περίπου 20 κιλά, ο Ιταλός και ο Ισπανός περίπου 11, ενώ ο μέσος Αμερικανός λιγότερο από 400 γραμμάρια.

                                                      Βαγγέλης Καπότης, Κωνσταντίνος Νικολέτος, Β2

 
Κρητικές ελιές: από το δέντρο στην αγορά



Κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο, ακόμη και οι πολυάσχολοι κάτοικοι των πόλεων ξεχύνονται στην ύπαιθρο και αναλαμβάνουν την κοπιαστική δουλειά της συγκομιδής της ελιάς. Για να παραχθούν τρεις τόνοι λάδι, χρειάζεται να δουλέψουν τέσσερα άτομα για τρεις εβδομάδες. Σε ιδανικές συνθήκες η συγκομιδή της ελιάς γίνεται με τα χέρια, από γυναίκες και παιδιά, που σκαρφαλώνουν στα δέντρα, και αυτό συμβαίνει συνήθως με τις βρώσιμες ελιές. Σε διαφορετική περίπτωση χτυπούν τα κλαδιά μ’ ένα μακρύ ραβδί, για να ρίξουν τον καρπό, όπως απεικονίζεται και στα αρχαία αγγεία.

Όταν μαζευτούν οι ελιές, πρέπει να μεταφερθούν γρήγορα στο ελαιοτριβείο του χωριού, την επονομαζόμενη «φάμπρικα» -κατάλοιπο των ενετικών χρόνων. Την εποχή αυτή τα ελαιοτριβεία δουλεύουν σε εικοσιτεράωρη βάση. Όλο και περισσότερα από αυτά χρησιμοποιούν σύγχρονη τεχνολογία. Οι Κρητικοί εκτιμούν το αγουρέλαιο, ένα πράσινο παχύ λάδι από άγουρες ελιές, αλλά τα περισσότερα ελαιόλαδα είναι μείξη από πράσινους και μαύρους καρπούς.

Στην Κρήτη τρεις είναι οι κυριότερες ποικιλίες της ελιάς: η «κορωνέικη», η οποία έχει μέγεθος ενός μικρού δαχτύλου, αλλά είναι εξαιρετικά παραγωγική, η «τσουνάτη», μεγαλύτερη σε μέγεθος και ανθεκτική στο κρύο, και η «θρουμπολιά», από την οποία παράγεται και λάδι αλλά και βρώσιμες ελιές που μοιάζουν με σταφίδες και δεν χρειάζεται να διατηρηθούν στην άρμη.

Από 80.000 τόνους λάδι, που είναι η μέση ετήσια παραγωγή στην Κρήτη, το 75% είναι εξαιρετικά παρθένο. Αυτό σημαίνει ότι παράγεται από το πρώτο στύψιμο της ελιάς και ότι η αναλογία του σε ελαϊκό οξύ δεν ξεπερνά το 1%. Το καλύτερο λάδι είναι αυτό που παράγεται «εν ψυχρώ», αυτό δηλ. σημαίνει ότι οι ελιές απλώς στύφτηκαν, οι θερμοκρασίες διατηρήθηκαν στα πιο χαμηλά επίπεδα και δεν χύθηκε ζεστό νερό πάνω στον πολτό για να βοηθηθεί η εξαγωγή του λαδιού. Η διαδικασία αυτή γίνεται στο δεύτερο και τρίτο στύψιμο του λαδιού, από την οποία παράγεται το επονομαζόμενο «αγνό» και απλό παρθένο ελαιόλαδο.    

                                                                        Σπύρος Θεοδοσάτος Β1                                                                                                                                                                                                        

Κρητικό Ψωμί



Οι Έλληνες τρώνε περισσότερο ψωμία από οποιονδήποτε άλλο λαό. Ένα γεύμα δεν είναι πραγματικό γεύμα χωρίς ψωμί. «Τον άρτον ημών των επιούσιον», λέει η Κυριακή προσευχή και οι Έλληνες το εννοούν κυριολεκτικά, γιατί το ψωμί είναι η ουσία της ζωής.

Στην Κρήτη παλαιότερα, κάθε σπίτι είχε το αλεύρι του. Το αλεύρι φυσικά σήμαινε ψωμί και παξιμάδια. Συχνά  χρησιμοποιούνταν με πολλούς τρόπους, για να κάνουν χυλοπίτες, τηγανίτες και με δεκάδες άλλους πιο απλούς συνδυασμούς με αλεύρι, λάδι και νερό, που τα ζύμωναν σαν βώλους και τα έβραζαν, τα ανακάτευαν και τα τηγάνιζαν ή τα έψηναν σε σιδερένια πλάκα, για να φτιάξουν ένα φαγητό. Η «πλακόπιτα», ένα είδος άζυμου ψωμιού, ήταν τόσο νόστιμη, ώστε είχε εμπνεύσει ένα τραγούδι.

Οι Κρητικοί είχαν τέσσερις τύπους σπιτικού ψωμιού: το πρώτο είδος είναι τα κανονικά καρβέλια για κάθε μέρα, σίτου, κριθαριού και βρώμης και τρώγονταν είτε φρέσκα είτε ψημένα για να γίνουν παξιμάδι. Το δεύτερο είναι το ψωμί των γιορτών που γινόταν από άσπρο αλεύρι και αρωματικά. Το τρίτο είναι οι άρτοι για την εκκλησία, τα πρόσφορα. Τέλος, τα πιο εκπληκτικά είναι τα ψωμιά των σημαντικών ημερών, όπως η γέννηση, η βάπτιση, οι αρραβώνες, ο γάμος, ο θάνατος, καθώς, ενωμένο όπως είναι με τη ζωή, το ψωμί ήταν σημαντικό και στις κηδείες.

Στις μέρες μας ελάχιστοι μπορούν να διαθέσουν το χρόνο και ακόμα λιγότεροι έχουν διατηρήσει το ταλέντο για την παρασκευή του ψωμιού.

Αχιλλέας Πρίφτη, Αφροδίτη Πρωτοψάλτη, Λουκία Σκλαβούνου, Γιώργος Φράγκος Β3


Κρητικά Παξιμάδια



Τα παξιμάδια αδιαμφισβήτητα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διατροφής των Κρητικών. Το αρχέτυπο παξιμάδι είναι ο στρογγυλός κριθαρένιος ντάκος ή «κουκουβάγια», που έχει κομματάκια πίτουρο ανακατεμένα με το αλεύρι και χρησιμοποιείται σαν πιάτο για τις ψιλοκομμένες ντομάτες περιχυμένες με λάδι και λίγη μυζήθρα, ένας αγαπημένος μεζές. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλά είδη παξιμαδιών, περισσότερα απ’ ό,τι ψωμιού. Καταρχάς, κάθε είδος ψωμιού μπορεί να ψηθεί, και όντως ψήνεται δύο φορές, για να γίνει παξιμάδι. Υπάρχουν όμως και αρωματικά παξιμάδια, με κόλιαντρο, γλυκάνισο, κανέλα και χυμό πορτοκαλιού, ξηρούς καρπούς και σταφίδες, σε πολλούς συνδυασμούς. Παλαιότερα, τα παξιμάδια σερβίρονταν ακόμη και στους γάμους, στολισμενα με κόλιαντρο, γαρίφαλα και μαστίχα.

Τα παξιμάδια είναι τόσο παλιά όσο και το ψωμί.  Στο βιβλίο του «Οι Εορτές των Σειρήνων», ο Άντριου Ντάλμπι εικάζει ότι ονομάστηκαν έτσι τα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια από κάποιον Πάξαμο, συγγραφέα πολλών εγχειριδίων με διάφορα θέματα, όπως μαγειρική, βαφική και γεωργία. Το κριθαρένιο παξιμάδι πρέπει οπωσδήποτε να υπήρχε από εκείνη την εποχή, για να τρέφονται οι στρατιώτες που βρίσκονταν σε πορείες σε όλες τις γωνιές της αυτοκρατορίας και οι αμέτρητες γενιές αγροτικών οικογενειών από τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Βενετία.
Παρόλο που τα παξιμάδια δεν είναι πλέον ο αποκλειστικός τρόπος διατήρησης του ψωμιού, εφόσον υπάρχουν πλέον ψυγεί και σύγχρονοι φούρνοι, οι Κρητικοί εξακολουθούν να τα αγαπούν και να τα τρώνε, βουτηγμένα σε νερό και βυθισμένα στο ελαιόλαδο, μαζί με ντομάτα και φέτα.   

Αχιλλέας Πρίφτη, Αφροδίτη Πρωτοψάλτη, Λουκία Σκλαβούνου, Γιώργος Φράγκος Β3
   

Κρητικό μέλι και πετιμέζι




«Διάφανο σαν κρύσταλλο και μυρωδάτο σαν τα λουλούδια», σύμφωνα με το Γάλλο περιηγητή Τουρνεφόρ, είναι το κρητικό μέλι, ανάμεσα στα πιο ακριβά σήμερα στην Ελλάδα και διάσημο ήδη από την αρχαιότητα. Είναι πιθανό το μέλι της Κρήτης να έχει ξεχωριστές ιδιότητες, χάρη στα βότανα του νησιού, στα οποία πηγαίνουν οι μέλισσες. Είναι λεπτό και αρωματικό. Τρία κουταλάκια του γλυκού πριν από τον ύπνο είναι το καλύτερο φάρμακο για τον πονοκέφαλο.

Το πετιμέζι παρασκευάζεται βράζοντας μούστο μέχρι να γίνει σαν σιρόπι. Μερικές φορές οι Κρητικοί βράζουν το μούστο, ώστε να γίνει πολύ πηχτός και βυθίζουν μέσα καρύδια κομμένα στη μέση και περασμένα σε κλωστή, μέχρι να σχηματιστεί ένα γλυκό που ονομάζουν «κεφτέρια». Επίσης, συχνά απλώνουν τον παχύρρευστο μούστο σε δίσκους για να στεγνώσει στον ήλιο, και έτσι φτιάχνουν ένα γλυκό που μοιάζει πολύ με λουκούμι.

                   Γιώργος Φράγκος Β3



Κρητικά τυριά


Τα τυριά  της Κρήτης είναι διάσημα από την αρχαιότητα. Ακόμη και στα δύσκολα χρόνια της αραβικής ηγεμονίας, από τα Χανιά στέλνονταν τυριά σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και το ψωμί ήταν σημαντικό εξαγώγιμο προϊόν στη διάρκεια της ενετικής και της οθωμανικής κυριαρχίας. Το τυρί που εξαγόταν ήταν κυρίως η μυζήθρα, ένα μαλακό, απαλό τυρί, που σκληραίνει με τον καιρό και γίνεται μια πικάντικη μπάλα που χρησιμοποιείται για τρίψιμο, και το κεφαλοτύρι, ένα πιπεράτο σκληρό τυρί.
Σήμερα, όπως και στο παρελθόν, τα καλύτερα κρητικά τυριά προέρχονται από τα Λευκά Όρη, όπου υπάρχουν τα πιο πράσινα βοσκοτόπια και τα βουνά είναι γεμάτα σπηλιές. Εκεί οι οικογένειες των βοσκών τοποθετούσαν τα τυριά τους πριν εξαπλωθεί η χρήση του ψυγείου. Το γάλα που χρησιμοποιείται στα κρητικά τυριά είναι κυρίως πρόβειο ή και κατσικίσιο, παρά αγελαδινό, και η ποιότητά του είναι εξαιρετική χάρη στα πλούσια βοσκοτόπια. Οι περισσότερες τυροκομικές μονάδες λειτουργούν σε οικογενειακή βάση.   

Τα πιο συνηθισμένα κρητικά τυριά είναι τα εξής:

ü    Μυζήθρα: Μάλλον πρόκειται για το τυρί που περιγράφει ο Όμηρος ότι είδε ο Οδυσσέας να παρασκευάζει ο Κύκλωπας μέσα στη σπηλιά του. Στις ανασκαφές των μινωικών ανακτόρων βρέθηκαν στραγγιστήρια που μπορεί να χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή της μυζήθρας. Αν και το τυρί αυτό το βρίσκουμε σε όλη την Ελλάδα, φαίνεται ότι πήρε το όνομά του από τον κωνικό λόφο του Μυστρά, στον οποίο λέγεται ότι μοιάζει. Λευκή, χωρίς περίβλημα και με σχετικά χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά (50%), βρίσκεται πιο εύκολα το χειμώνα και την άνοιξη, όταν το γάλα είναι άφθονο. 

ü    Ξινομυζήθρα: Το τυρί αυτό φτιάχνεται αποκλειστικά στην Κρήτη. Είναι τυρί από τυρόγαλα και είναι εύθρυπτο, δεν έχει ορισμένο σχήμα, είναι λιγότερο υγρό από τη μυζήθρα κα έχει ακόμα μικρότερη περιεκτικότητα σε λιπαρά (23%). Ενώ η μυζήθρα χαλάει πολύ γρήγορα, η ξινομυζήθρα είναι αλατισμένη, κρέμεται για μια βδομάδα σε σακούλες και στη συνέχεια συσκευάζεται σε αεροστεγή βαρέλια και αποθηκεύεται σε δροσερό μέρος για δύο μήνες.  

ü   Ανθότυρο: Πρόκειται για ένα λευκό, μαλακό τυρί από τυρόγαλα, που μοιάζει πολύ με τη μυζήθρα. Επειδή όμως παρασκευάζεται με την προσθήκη ολόπαχου γάλακτος ή κρέμας, η περιεκτικότητά του σε λιπαρά είναι μεγαλύτερη και γι’ αυτό η γεύση του είναι πιο γλυκιά και μοιάζει με βούτυρο. Είναι επίσης λίγο πιο υγρό απ’ ό,τι η μυζήθρα και ελαφρά αλατισμένο. Την ονομασία του την πήρε από την κρέμα γάλακτος που λέγεται «ανθός», γιατί μένει στην επιφάνεια.

ü     Γραβιέρα: Η λέξη «γραβιέρα» έχει γαλλική προέλευση και το τυρί αυτό δεν παρασκευαζόταν στην Ελλάδα πριν από το 1914. Πολλές περιοχές της Ελλάδας παράγουν γραβιέρα, αλλά η κρητική είναι η πιο ονομαστή. Παρασκευάζεται από μη παστεριωμένο πρόβειο γάλα, σε συνδυασμό μερικές φορές με κατσικίσιο, είναι μικρότερη σε μέγεθος και έχει πιο απαλό χρώμα από το πρωτότυπο ελβετικό, ενώ μπορεί να έχει μερικές μικρές τρύπες ή ένα-δυο οριζόντια σκασίματα. Το αφήνουν τρεις μήνες να ωριμάσει και θα ήταν ακόμη καλύτερη αν ωρίμαζε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, όπως στο παρελθόν.   

ü      Πηχτόγαλα από τα Χανιά και ξινόγαλα από τη Σητεία: Τα κρεμώδη αυτά φρέσκα τυριά έχουν την πυκνότητα του παχιού ελληνικού γιαουρτιού. Δεν αντέχουν στις μετακινήσεις.


                              Πέννυ Γκαβαρδίνα Β1, Κατερίνα Καλανδράνη Β1, Στεφανία Φωστιέρη Β3



Κρητικά φρούτα


Αρκετά τροπική είναι η Κρήτη, για να ευδοκιμήσουν πορτοκάλια, λεμόνια και γκρέιπ φρουτ, αλλά και αρκετά δροσερή, για να έχει τραγανά μήλα, η Κρήτη είναι ευλογημένη από μία ποικιλία μικροκλιμάτων που θα ταίριαζαν σε μία ήπειρο. Τα περισσότερα εσπεριδοειδή είναι συγκεντρωμένα στη βορειοδυτική ακτή. Κοντά στην παραλία, η βλάστηση πυκνώνει σχεδόν σαν ζούγκλα και μέσσα από τα γυαλιστερά φύλλα κι τους σφαιρικούς καρπούς ξεχωρίζει κάποια στέγη. Οι μυρωδιές από τα ανθισμένα δέντρα την άνοιξη είναι τόσο έντονες που σε μεθούν.
Ο Ο. Τ. Μπέιτι, περιηγητής που είχε κατασκηνώσει στην Κρήτη το 1913, είχε μείνει έκπληκτος με τα πορτοκάλια από τα περιβόλια των Χανίων. Όσο για τα λεμόνια των Χανίων, μόνο τ 1566 οι Τούρκοι εισήγαγαν 450.000 λίτρα χυμό λεμονιού στην Κωνσταντινούπολη. Στο οροπέδιο του Λασιθίου, από την άλλη, στην ανατολική πλευρά του νησιού, ευδοκιμούν τα φρούτα της Ευρώπης, σε συνδυασμό με το αμπέλι. Την άνοιξη, το Λασίθι είναι πλημμυρισμένο με άνθη και το φθινόπωρο τα περιβόλια είναι γεμάτα πεσμένα φρούτα. Τον Οκτώβρη είναι γεμάτο κόκκινα μήλα. Στα χωριά, πλεξούδες από ντομάτες και μήλα κρέμονται από περβάζια παραθύρων για να στεγνώσουν.  
                                 Γιώργος Φράγκος Β3


Κρητικά Bότανα



Τα κρητικά βότανα είναι πολύ γνωστά και δημοφιλή. Και ειδικά ο δυόσμος, που χρησιμοποιείται σε πολλά φαγητά. Υποστηρίζεται πως, αν δεν έχεις δυόσμο, δεν έχεις τίποτα. Επίσης, πολύ δημοφιλή βότανα είναι η ρίγανη, το θυμάρι, ο άνηθος και ο μαϊντανός.

 Από τα παλιά ακόμη χρόνια, ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή, τα κρητικά βότανα θεωρούνταν ως φαρμακευτικό μέσο για τη θεραπεία ασθενειών. Μερικά από αυτά είναι τα εξής:



ü    Δυόσμος: ρίχνει την πίεση του αίματος, όπως και το φασκόμηλο, το οποίο βοηθάει στη θεραπεία του κρυολογήματος.
ü  Φλισκούνι: καταπραΰνει τον πόνο στο στομάχι, καταπολεμά το διαβήτη και μειώνει τη χοληστερίνη. 
ü      Χαμομήλι: ξεκουράζει τα μάτια και ηρεμεί τους πόνους της χοληδόχου κύστης.


ü      Βάλσαμο: είναι το φάρμακο για τις «καούρες» στο στομάχι
ü      Ξερά σύκα: συνταγή για το βήχα, βρασμένα με πετιμέζι.
ü      Ρίγανη: το αφέψημα ρίγανης καταπολεμά το βήχα. Επίσης, η ρίγανη μαζί με ελαιόλαδο γίνεται μια αλοιφή που θεραπεύει τις πληγές.
ü     Δίκταμο: χρησιμοποιείται ως μαλακτικό σε προβλήματα της χοληδόχου κύστης και για τις κράμπες εμμηνόρροιας και λέγεται ότι καθυστερεί τη γήρανση.

                                                                         Βαγγέλης Καπότης, Κωνσταντίνος Νικολέτος, Β2



                                                             








 






 

 











                                                                                               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου