Λογοτεχνία

   

Η διατροφή και η ελιά στη Λογοτεχνία 

 

      Κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής μας με την ενότητα "Διατροφή και Λογοτεχνία", αναζητήσαμε λογοτεχνικά κείμενα στα οποία αναφέρεται το θέμα της τροφής και των γευμάτων, καθώς και αυτό της ελιάς, συζητήσαμε πάνω στα κείμενα αυτά και βγάλαμε συμπεράσματα σχετικά με το ρόλο της τροφής στον ανθρώπινο πολιτισμό. 
       Ιδιαίτερη έμφαση δώσαμε το μυθιστόρημα "Λωξάντρα" της Μαρίας Ιορδανίδου, του οποίου διαβάσαμε αποσπάσματα και δραματοποιήσαμε ορισμένα από αυτά στις συναντήσεις μας. Έτσι βιώσαμε το μοναδικό ρόλο που διαδραματίζει η τροφή στο βιβλίο αυτό, όπως και σε πολλά άλλα κείμενα.

H ελιά και η διατροφή στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία

            Αρχικά αναζητήσαμε και διαβάσαμε κάποια αποσπάσματα από τα ομηρικά έπη, στα οποία αναφέρεται το θέμα της τροφής, της διατροφής, καθώς και η ελιά, που αποτελεί πολύτιμο θησαυρό για την ελληνική διατροφή και γι΄αυτό θεωρείται ιερό δέντρο.
Έτσι εξετάσαμε χωρία όπως τα εξής:
α) Η σκηνή της αναγνώρισης Πηνελόπης-Οδυσσέα στην Οδύσσεια (ραψωδία ψ):


Ο Οδυσσέας, αφού στεναχωρήθηκε, είπε στη συνετή γυναίκα του                                                           Γυναίκα, πραγματικά λόγο θλιβερό είπες.                                                                                           Ποιος σε άλλο μέρος μετακίνησε το κρεβάτι μου;                                                                             Δύσκολο θα ήταν και σε άνθρωπο πολύ έμπειρο, εκτός αν κάποιος θεός, αφού ήρθε ο ίδιος με τη θέλησή του, εύκολα θα το μετακινούσε.                                                                                                      Κανένας από τους ζωντανούς θνητούς ούτε πάρα πολύ νέος με ευκολία θα μπορούσε να το μετακινήσει, επειδή στη σκαλιστή κλίνη είχε φτιαχτεί μεγάλο σημάδι.                                                                             Αυτό εγώ το έφτιαξα και κανένας άλλος.                                                                                                     Κλάδος είχε φυτρώσει μακρόφυλλης ελιάς στην αυλή, δυνατός και θαλερός το πάχος του ήταν σα κολόνα. Μ’ αυτόν εγώ, αφού έντυσα τον τοίχο, έχτιζα το νυφικό θάλαμο με μεγάλες πέτρες, μέχρις ότου τον τέλειωσα κι έφτιαξα και πάνω ωραία οροφή, κι έβαλα στερεές καλοστηριγμένες πόρτες.                     Μαζί τότε έκρυψα την κορυφή της μακρόφυλλης ελιάς.                                                                             Τον κορμό από τη ρίζα αφού τον έκοψα, τον έξυσα με το χαλκό καλά και με προσοχή με τη στάθμη τον τοποθέτησα ίσια, αφού έφτιαξα το πόδι του κρεβατιού.

            Στο παραπάνω απόσπασμα διαπιστώσαμε τη σημασία που είχε η ελιά για το νοικοκύρι του σπιτιού και το σεβασμό που της απέδιδε, τοποθετώντας τη μάλιστα στη νυφική του κάμαρα.

β) Η καταφυγή του Οδυσσέα στο δάσος των Φαιάκων για να κρυφτεί τη νύχτα, επίσης απόσπασμα από την Οδύσσεια (ε 495-498):
Κι εκεί που τέτοια ανάδευε, καλύτερό του βρήκε                                                                                     να πάει στο δάσος. Και κοντά το βρήκε στο ποτάμι,                                                                                σε μια κορφή και τρύπωσε σε δυο από κάτω δέντρα                                                                                    μaζί βγαλμένα, το ένα ελιά και το άλλο ήταν αγρέλα. 

            Η ελιά εδώ παρουσιάζεται ως καταφύγιο για τον Οδυσσέα που αναζητά ένα ασφαλές μέρος για να περάσει το πρώτο βράδυ του στο νησί των Φαιάκων.

γ)  Στην Ιλιάδα (Κ 577), ο Οδυσσέας με το Διομήδη επιστρέφουν από μια περιπολία, όπου σκότωσαν δώδεκα Θρακιώτες κι ένα κατάσκοπο του Έκτορα,

σε καλοσκαλισμένους μπήκανε λουτρούς ν’ απολουστούνε.                                                                       Κι αφού λουστήκαν πια κι αλείφτηκαν με λάδι,                                                                                       πήγαν και κάθισαν να φαν’ ....

Εδώ βλέπουμε τη χρήση του λαδιού και ως καλλυντικού.

            Επίσης διαβάσαμε αποσπάσματα από τις σκηνές φιλοξενίας στην Οδύσσεια, όπως είναι η φιλοξενία της Αθηνάς-Μέντη από τον Τηλέμαχο στη ραψωδία α, του Ερμή από την Καλυψώ στην ραψωδία ε και του Οδυσσέα-ζητιάνου από τον Εύμαιο στη ραψωδία π. Εκεί είδαμε το σημαντικό ρόλο του ψωμιού και του κρασιού και τα γεύματα που πρόσφεραν στους φιλοξενούμενους.
Στη συνέχεια, διαβάσαμε ένα απόσπασμα από το Σοφοκλή, στο οποίο φαίνεται η ιερότητα που απέδιδαν οι αρχαίοι στην ελιά και η θεϊκή της προέλευση, σύμφωνα με το μύθο:
Και αυτήν οι χοροί των Μουσών δεν μίσησαν, ούτε ακόμη η θεά Αφροδίτη, που χρυσό χαλινάρι κρατά. Και υπάρχει το δέντρο, που ποτέ ως τα τώρα δεν άκουσα εγώ, πως ξεφύτρωσε εκεί στης Ασίας τη γη, και στου Πέλοπα εδώ το μεγάλο νησί, Δωριείς που σ’ αυτό κατοικούν, ένα φύτρωμα τέτοιο, που ανθρώπου δεν φύτεψε χέρι και ξεφύτρωσε μόνο, κι αν είναι φόβος τρανός για των εχτρών μας τα όπλα, που σε τούτη τη χώρα ανθίζει πολύ, το κλωνάρι της γκρίζας ελιάς, τα παιδιά μας που θρέφει. Και αυτή ούτε νιος ούτε γέρος κανείς στρατηγός δεν θα γίνει ποτέ να αφανίσει, με το χέρι του σαν θα την κόψει, γιατί το άγρυπνο μάτι του Δία, της ελιάς που είναι τούτος προστάτης, την προσέχει πολύ, κι η θεά Αθηνά γαλανά που έχει μάτια.
Η στάση αυτή των αρχαίων Ελλήνων απέναντι στο ελαιόδεντρο είναι δικαιολογημένη, εφόσον το δέντρο αυτό εξασφάλιζε την ύπαρξή τους με την παροχή της ελιάς και του λαδιού και ήταν απαραίτητο για την επιβίωσή τους, ιδιαίτερα στην αρχαία Αθήνα.

H ελιά και η διατροφή στη λαϊκή παράδοση
α) Παραδόσεις
- Αγαπάς τα δέντρα, Γιωργάκη; Με ρώτησε. Ποιο αγαπάς περισσότερο;
- Την ελιά αγαπώ περισσότερο, αποκρίθηκα.
- Κι εγώ την ελιά … όταν πεθάνω, να φυτέψεις μιαν ελιά καταμεσίς στο μνήμα μου, να με ρουφήξει με τις ρίζες της.
Κι απ’ τον καρπό που θα κάνει κάθε χρόνο, να μου ανάβεις ένα καντηλάκι.
- Έχε ζωή εσύ, κι εγώ ξέρω τι μνημούρι θα σου χτίζω, όταν έρθει η ώρα.
- Μπα; Είπε ξαφνιασμένη. Την ελιά μην ξεχάσεις! Σαν ξέρω από τα κόκαλα μου θ’ ανάψει ένα φωτάκι, δε φοβούμαι το θάνατο.

β) Λαϊκό παραμύθι
Διαβάσαμε ακόμη το λαϊκό παραμύθι «Το πιο γλυκό ψωμί», ένα διδακτικό παραμύθι που μιλάει για την κοπιαστική παραγωγή του ψωμιού. Πρόκειται για την ιστορία ενός βασιλιά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από τη γεύση του ψωμιού παρά μόνο όταν κοπιάζει ο ίδιος για να το φτιάξει:
Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.
Oπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;» «Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!…».
Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά: «Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».
Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα ’φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Oύτε κι ήθελε να τα φάει. Το ’να του μύριζε, τ’ άλλο του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.
«Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» O βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος ν’ αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.
«Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ’ από λίγο. «Αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να μου πάρεις το κεφάλι!»
Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του ’λεγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.
Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερ’ από τα μισά, κι ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ’ ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.
Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει, «τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος». Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία, φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.
Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ’ αλεύρι. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το ’ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. O βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο πολύ τα λιμπιζόταν, όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.
Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Σαν πεινασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ’ ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις αποδώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει».
O βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξιά κι έτρωε καλά, που μακάρι να τρώαμε κι εμείς έτσι!
Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, επιμέλεια Δ. Λουκάτος, Βασική Βιβλιοθήκη, Ζαχαρόπουλος
γ) Καραγκιόζης 

Τα έργα του Καραγκιόζη συνήθως ξεκινούν με την διαμαρτυρία του για την πείνα του και ένα μονόλογο για τα φαγητά που ονειρεύεται. Γι’αυτόν, το να είναι κανείς φτωχός στον κόσμο σημαίνει να πεινάει και ο μόνος λόγος για να νιώθει κάνεις δυστυχής είναι η πείνα. Ο Καραγκιόζης νιώθει ικανοποίηση όταν καταφέρει να αποκτήσει ένα καλό πιάτο φαγητό. Στη συνέχεια, διαβάσαμε το απόσπασμα από το έργο του καραγκιοζοπαίκτη  Αντώνη Μόλλα «Η πείνα του Καραγκιόζη», μια  κωμωδία που ανήκει σε μια σειρά έργων που ξεκινούν συνήθως με τη διαμαρτυρία του για την πείνα. Στο έργο αυτό η ανάγκη να ικανοποιήσει την πείνα του είναι το κίνητρο, βάση του οποίου συνεργάζεται με τον Χατζηαβάτη, το δεύτερο κεντρικό ήρωα, για να εκτελέσει εργασία για τον Πασά. Ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης πείθουν τον Μπαρμπαγιώργο να βάλει χρήματα για να μετατρέψουν ένα παλιό χάνι σε εξοχικό κέντρο. Oι δύο πρώτοι μαζί με το γιο του Καραγκιόζη, τον Κολλητήρη, προσφέρονται να είναι το προσωπικό του μαγαζιού. Η επιχείρηση όμως δε μακροημερεύει, γιατί ο Καραγκιόζης και ο Κολλητήρης ως σερβιτόροι τα κάνουν θάλασσα, και τελικά το μόνο που καταφέρνουν είναι να ξυλοκοπηθούν, μαζί με το Χατζηαβάτη, από τον Μπαρμπαγιώργο.
(Η σκηνή παριστά δεξιά το σαράι και αριστερά το καραγκιοζόσπιτο. O Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης ίστανται εις το μέσον της σκηνής και συζητούν.)

Πράξη πρώτη

Σκηνή Α'

Καραγκιόζης, Χατζηαβάτης
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Φτώχεια, Χατζατζάρη μου, φτώχεια καταραμένη.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Κι εγώ, Καραγκιόζη μου, έχω δέκα μέρες να σταυρώσω δεκάρα στην τσέπη μου. Εσύ όμως δεν πρέπει να παραπονείσαι και τόσο, γιατί έχεις το θείο σου, τον Μπαρμπαγιώργο, που έχει τόση περιουσία, και, δεν αμφιβάλλω, θα σε μπαλώνει.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Το γρουσούζη, μωρέ, μη μου τον μελετάς, Χατζατζάρη. Μόλις με δει, νομίζει πως βλέπει το χάρο του. Δεν προκάνω να του πω καλημέρα και με βάνει στο κυνήγι. Μου λέει: «Φεύγα γιατί θα μολήσω τα σκυλιά να σε φάνε».

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Τόσο κακός είναι;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Αφού προχθές, Χατζατζάρη, είχα πάει στη στάνη, και είχα μια πείνα, και λογάριασε με τέτοια πείνα να πάω τόσο δρόμο, Χατζατζάρη, και στο δρόμο που πήγαινα βρίσκω ένα σύκο σε μια συκιά και καθώς το ’φαγα και πήγε στην κοιλιά μου ακούω έναν εσωτερικόν καβγά, ένα κακό…
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Και πού έγινε αυτός ο καβγάς, Καραγκιόζη μου;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Στην κοιλιακήν μου χώρα. Ήλθον τα άντερά μου εις έριδας συναμεταξύ των, ποιο θα πρωταρπάξει το σύκο.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ— (Γελών) Να σε πάρει η ευχή, Καραγκιόζη μου, φαντάζουμαι με αυτή την πείνα σαν πήγες απάνω τι θα ’φαγες.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Στάσου, Χατζατζάρη, και θ’ ακούσεις τι έπαθα. Μόλις πήγα, με είδε η θεια-Γιωργούλα και με λυπήθηκε, που είχα αλληθωρίσει από την πείνα, και μου γιόμισε μια τσανάκα στιφάδο, που μοσχοβόλαγε, Χατζατζάρη μου.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Μη μου το λες, Καραγκιόζη μου, γιατί μ’ έπιασε λιγούρα· φαντάζουμαι πώς θα ρίχτηκες στην τσανάκα…
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Μόλις λοιπόν κάθισα κι έκοψα κάτι κομμάτες ψωμί μέσα, γιατί μου 'χε φέρει ένα καρβέλι σπιτίσιο μπροστά μου, και μόλις ετοιμαζόμουνα να πάρω την πρώτη μπουκιά, και είχα βουτήξει με το πιρούνι ένα κομμάτι κρέας πενήντα δράμια και ένα κομμάτι ψωμί, ακούω ένα «γκαπ» στο σβέρκο μου, αφού η μούρη μου πήγε μέσα στην τσανάκα. Ενόμιζα πως έπεσε ένα βαρελάκι που είχαν κρεμάσει στο ταβάνι. Γυρίζω να ιδώ και τι να ιδώ, Χατζατζάρη μου· τον Μπαρμπαγιώργο να ξανασηκώνει την γκλίτσα και να με σημαδεύει. Τι να κάμω αυτή την στιγμήν, Χατζατζάρη; Εσκέφθηκα να κατεβάσω το τροπάριο της ψευτιάς κάτω να τον καταφέρω να με αφήσει τουλάχιστον να φάω και άρχισα τις μαλαγανιές. Αλλά πού; Όσο να γλιτώσει η μια γκλιτσιά, μου 'ρχότανε η άλλη.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Γιατί, Καραγκιόζη μου, σ' έδειρε ο κακούργος κατ' αυτό τον τρόπο;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Τον γκρέμισε ο γάιδαρος στο δρόμο, και μόλις είδε εμένα, ενόμισε πως εγώ έφερα τη γρουσουζιά και τον έριξε ο γάιδαρος. Τι να κάμω, Χατζατζάρη μου; Παρατάω το φαΐ και πηδάω από το παράθυρο να γλιτώσω. Είχα την πείνα, έφαγα και το ξύλο ή που με είδαν τα σκυλιά που έτρεχα και με βάλαν στο κυνήγι και με κάμανε και έφθασα για δέκα λεπτά στη χώρα σαν μοτοσικλέτα.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Αμ, Καραγκιόζη μου, δεν του τα 'χεις κάνει και λίγα του θείου σου. Λίγα μασκαραλίκια του 'χεις κάνει του φουκαρά;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Και ξέρεις γιατί πήγα, Χατζατζάρη; Πήγα να του υποδείξω το χάνι εκείνο που είναι κοντά στο μεγάλο δρόμο, που είναι κλειστό, να τον κατάφερνα να βάλει τίποτα παράδες, να το ανοίξουμε, να γλιτώσω κι εγώ ο φουκαράς. Εγώ τα καταφέρνω λιγάκι στη μαγειρική, επίσης κι ο μπάρμπας μου.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Αλήθεια, Καραγκιόζη, και το 'χουν παραμελήσει αυτό το μέρος και έχει και τόσο ωραίο νερό το πηγάδι. Κι εκείνα τα ωραία δένδρα κοντεύουν να ξεραθούν απεριποίητα. Θα κάνατε χρυσές δουλειές, που περνούν τόσοι ξένοι αποκεί καθημερινώς. Αυτό δεν είναι χάνι, Καραγκιόζη μου, αυτό μπορεί να γίνει ένα εξοχικόν κέντρον πρώτης τάξεως. Τι λες, Καραγκιόζη, πάμε μαζί να τον καταφέρω εγώ τον Μπαρμπαγιώργο;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Τι λες, Χατζατζάρη; Τι θέλεις, να με γραπώσει και να με παραγουλήσει στο ξύλο;
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Αστειεύεσαι που θα τον αφήσω εγώ να σε δείρει; Ξέρεις, σε μένα έχει κάποιαν υπόληψιν ο Μπαρμπαγιώργος.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Άμα σε δει μαζί μου, θα χάσει πάσαν υπόληψιν και για σένα και φόβος υπάρχει να μην τις φας κι εσύ.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Πάμε μαζί και μη φοβάσαι, Kαραγκιόζη. Eμπρός, καρδιά, Kαραγκιόζη!

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Eμπρός, καρδιά, Xατζατζάρη μου, αλλά ποδάρια πίσω.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Kαραγκιόζη, έχεις το λόγο μου, θα προτιμήσω να φάω εγώ ξύλο, όχι εσύ. Άμα σου δώσει μία σφαλιάρα ο Mπαρμπαγιώργος, θα έχεις το δικαίωμα να μου δώσεις εκατό εμένα.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Άιντε, Xατζατζάρη, κι αν με δείρει ο Mπαρμπαγιώργος, αν δε σε ταράξω στο ξύλο να μη με πουν Kαραγκιόζη. Aν δε σε κάνω να σε πιάσει παραμιλητό.
(Aναχωρούν)

Σκηνή B’

(H σκηνή εις το καφενείον)
Mπαρμπαγιώργος, Xατζηαβάτης, Kαραγκιόζης

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — (Πλησιάζων) Eδώ είσαι, Mπαρμπαγιώργο;

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ — Nαι, ωρέ Xατζαβιάτο, εδωνάς κάθουμ’ όσο ν’ ανοίξουν τα μαγαζά. Θέλω να ψουνίσω πετσώμ’τα για τα τσαρούχια μου. Ωρέ ο Καραγκιόζ’ είν’ κειος που ν’ μαζί σου;

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Ναι, Μπαρμπαγιώργο.

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ — Αμ’ τι το θέλ’ς το έρμου μαζί σου; Δεν ντρέπεσαι, συ νοικοκύρης άνθρωπος, να σέρνεις μαζί σου κειον το λωμποδύτ’;

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Δεν έχεις δίκιο, Μπαρμπαγιώργο, ο Καραγκιόζης δεν είναι όπως τον λες. Μπορεί να είναι φτωχός, αλλά είναι τίμιος.

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ — (Γελών) Α! ωρέ σκουφιολόι, μωρέ πώς τα φέρν’ς γυροβουλιά. Μωρέ δεν πας κατά καπνού, συ και κειος, που θα μου πεις πως είν’ τίμνιος. Όσο τίμνια είν’ κι η αλ’πού.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Άκουσε, Μπαρμπαγιώργο. Eάν είναι σε αυτήν την κατάστασιν ο Καραγκιόζης, είναι, διότι είναι άτυχος. Επειδή ό,τι εργασίαν και αν επεχείρησε να κάμει είχε αποτυχίαν. Και ξέρεις· όταν σκοντάψει κανείς, του λένε και τύφλα.

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ — Ωρέ, π’δί μ’, δεν είν’ μονάχα κειο, αλλ’ είν’ και γρουσούζ’κο. Άμα θανά’ ρθ’ στην κ’λύβα, θα πάθου κακό.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Αυτά είναι προλήψεις, Μπαρμπαγιώργο. Τον καημένον· είναι ανιψιός σου και οφείλεις να του δώσεις καμιά εργασία να ζήσει. Έχει και το παιδί του να το σπουδάσει, να μη μείνει στραβό σαν κι αυτόν.
ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ — Να το σπουδάξ', ωρέ, να μάθ' να κλέβ' ωγροπαϊκά. Αμ' τι λες, ωρέ Χατζαβιάτο; Εγώ λέω να του ρίξω, ωρέ, μια φόλα να πάει σα σκύλος.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — (Γελών) Α, Μπαρμπαγιώργο, εσύ δεν είσαι τόσο κακός να κάνεις τέτοια πράγματα. Τώρα, ας αφήσουμε τ' αστεία και ας ομιλήσουμε σοβαρά. Εγώ ερχόμουνα να σ' έβρω για να μιλήσουμε για κάποια σοβαρά δουλειά. Στάσου να φωνάξω και τον Καραγκιόζη.

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ — Κράχ' το να 'ρθ' δω, ωρέ Χατζαβιάτο. Ας πάει κατά καπνού το έρμου, π'δί τ'ς αδερφής μ' είν' και το λυπάμ'.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — (Φωνάζει) Καραγκιόζη! Καραγκιόζη, έλα εδώ.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — (Όστις από μακρόθεν παρακολουθούσε το Χατζηαβάτη και τον Μπαρμπαγιώργον.) Έρχομαι, Χατζατζάρη. (Ιδία) Το μαλαγάνα, πώς τα κατάφερε και τον τουμπάρησε τον Μπαρμπαγιώργο. Το αποφώλιον της κατεργαριάς άμα αρχίσει το πίτσι, πίτσι, πίτσι, δεν του γλιτώνεις. Είναι σαν τον γκραβαρίτικο ζητιάνο, που ενώ τον διώχνεις και τον βρίζεις, εκείνος σου κολλάει τσιμπούρι. Την πεντάρα θα σ' την πάρει. (Πλησιάζει)

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ — (Γελών) Έλα σιμά, ωρέ παλιοζάγαρο.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — (Ιδία) Το γρουσούζη το Χατζατζάρη, πώς τα κατάφερε! O μπάρμπας μου να με βλέπει και να γελάει· αυτό είναι θαύμα. (Δυνατά) Καλημέρα, μπαρμπούλη μου. (Κύπτει και φιλεί το χέρι του Μπαρμπαγιώργου.) Να φιλήσω το
ευλογημένο σου χεράκι, μπαρμπούλη μου. (Ιδία) Που βαράει τες καλές γροθιές.

ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ — Τήρα, τήρα το ποντίκ'. Α, ωρέ έρμου, κομπλιμενταρούδια κάν'ς. Έτσ', ουρέ ζ'λάπ', να φέρεσαι στους τρανότερούς σου, να δεις, ωρέ, σε π'ράζ' κ'νείς;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — (Ιδία) Αμ έτσι λέγε μου, μπαστουνόβλαχε, πως θέλεις μαλαγανιές. (Δυνατά) Εγώ, μπαρμπούλη μου, πάντοτε σε αγαπώ και σε σέβουμαι, αλλά συ άμα με ιδείς με αρχινάς στο ξύλο.
O Καραγκιόζης, τόμ. Α', επιμέλεια Γ. Ιωάννου, Ερμής



H ελιά και η διατροφή στη ποίηση
 

Η ελιά έχει έντονη παρουσία στην ελληνική ποίηση, ως γνήσιο χαρακτηριστικό του ελληνικού τοπίου. Όπως χαρακτηριστικά είπε ο Οδυσσέας Ελύτης, «κι αν ακόμα δεν υπήρχαν οι ελιές θα τις είχα επινοήσει», ενώ είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι του: «Εσείς στεριές και θάλασσες τ’ αμπέλια και οι χρυσές ελιές ακούτε τα χαμπάρια μου μέσα στα μεσημέρια μου», «Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ μόνο ετούτον αγαπώ!». Άλλοι χαρακτηριστικοί στίχοι του Ελύτη για την ελιά είναι οι εξής:
 «Έζησα τ’ όνομα το αγαπημένο
στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.
Χάραξα τ’ όνομα το αγαπημένο
στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας».

«Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,
χειμώνα ελάχιστε,
η ζωή καταβάλλει τον οβολό
του φύλλου της ελιάς
και στη νύχτα μέσα των αφρόνων 


μ’ ένα μικρό τριζόνι
κατακυρώνει πάλι το νόμιμο
του Ανέλπιστου
»

«ΙΔΟΥ εγώ λοιπόν,
ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες
και τα νησιά του Αιγαίου.
Ο εραστής του σκιρτήματος
των ζαρκαδιών
και μύστης των φύλλων της ελιάς
ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος».


      Ο Γιώργος Σεφέρης επίσης, δείχνοντας το σεβασμό του στην ελιά, γράφει:  «Δε φανταζόμουνα έτσι τη θλίψη και το θάνατο. Έφυγα και ξαναγύρισα στη θάλασσα. Τη νύχτα πάνω στην κουβέρτα του “Άι- Νικόλα”, ονειρεύτηκα μια παμπάλαια ελιά να δακρύζει», στίχοι που δείχνουν το δέσιμο του ανθρώπου με την ελιά.

       Πολύ χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου, στο ποίημά του «Ο τόπος μας», όπου περιγράφεται ένα χαρακτηριστικό ελληνικό τοπίο:
 Ανεβήκαμε πάνω στο λόφο να δούμε τον τόπο μας —
 φτωχικά, μετρημένα χωράφια, πέτρες, λιόδεντρα.
 Αμπέλια τραβάν κατά τη θάλασσα. Δίπλα στ' αλέτρι
 καπνίζει μια μικρή φωτιά. Του παππουλή τα ρούχα                                                                                  τα σιάξαμε σκιάχτρο για τις κάργιες. Οι μέρες μας
 παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες.
 Κάτω απ' τις λεύκες φέγγει ένα ψάθινο καπέλο.
 Ο πετεινός στο φράχτη. Η αγελάδα στο κίτρινο.
 Πώς έγινε και μ' ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε
 το σπίτι μας και τη ζωή μας; Πάνω στ' ανώφλια
 είναι η καπνιά, χρόνο το χρόνο, απ' τα κεριά του Πάσχα —
 μικροί μικροί μαύροι σταυροί που χάραξαν οι πεθαμένοι
 γυρίζοντας απ' την Ανάσταση. Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος
 με υπομονή και περηφάνεια. Κάθε νύχτα απ' το ξερό πηγάδι                                                           βγαίνουν τ' αγάλματα προσεχτικά κι ανεβαίνουν στα δέντρα.
       
      
   Στη «Ρωμιοσύνη» του ο Ρίτσος έχει πολλές αναφορές στις ελιές, οι οποίες προσωποποιούνται και είναι στενά δεμένες με τους ανθρώπους του τόπου μας:



Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
..........................
Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,


σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέ-
      στη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
      πάνου απ' την πίκρα τους                                                                                                                              ........................


  Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

......................
Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο
      της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ώς το
      μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει
      τα χρόνια.

....................
Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ' η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

.....................

      

    Ο Κωστής Παλαμάς στο ποίημά του «Η ελιά» αποδίδει στο δέντρο μια ιερότητα:


Είμαι του ήλιου η θυγατέρα
Η πιο απ’ όλες χαϊδευτή
Χρόνια η αγάπη του πατέρα
Σ’ αυτόν τον κόσμο με κρατεί.
Όσο να πέσω νεκρωμένη,
Αυτόν το μάτι μου ζητεί.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

Όπου κι αν λάχω κατοικία
Δε μ’ απολείπουν οι καρποί,
Ως τα βαθειά μου γηρατεία
Δεν βρίσκω τη δουλειά ντροπή
Μ’ έχει ο Θεός ευλογημένη,
Κι είμαι γεμάτη προκοπή.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.

Εδώ τον ίσκιο μ’ αποκάτου
Ήρθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί,
Κι ακούστηκ’ η γλυκιά λαλιά του
Λίγο προτού να σταυρωθεί.
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
Έχει στη ρίζα μου χυθεί.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.
        Ο Ανδρέας Εμπειρίκος δίνει ένα μυστηριακό χαρακτήρα στην ελιά στο ακόλουθο απόσπασμα:


Κλάδον ελαίας προσκομίζει μια νεράιδα.
Κρατά στα δόντια της ένα δαχτυλίδι
Τα δάχτυλά της έχουν ευγλωττία
Το μήνυμά της έρχεται από μακριά.


             Την ιερότητα του ελαιόδεντρου προβάλλει και ο Άγγελος Σικελιανός στο ακόλουθο απόσπασμα:






και λαγαρός κι ασάλευτος
ο αγέρας του ελαιώνα.
Μηδέ καπνίζουνε οι ελιές
μιαν αχνή προς τον ήλιο.
…πάντα η ελιά θα είναι ιερή,
και στον αιώνα η γλαύκα
μαζί μ’ εμάς θε να κοιτάει
στυλά τις θείες εσπέρες.

H ελιά και η διατροφή στη πεζογραφία
            Όσον αφορά την παρουσία της τροφής στην πεζογραφία, ξενικήσαμε με το παράδειγμα της «Λωξάντρας», του μυθιστορήματος της Μαρίας Ιορδανίδου, το οποίο αναφέρεται στην Πολίτισσα γιαγιά της, την περίοδο από το 1870 ως τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και έχει ώς βάση του τη διατροφή. Η Λωξάντρα είναι μια πρόσχαρη, στοργική μητέρα και γιαγιά, που δίνει μεγάλη σημασία στη διατροφή. Μέσα στο έργο διαβάζαμε συνέχεια για τα φαγητά της Πόλης, τα ντολμαδάκια, τον παστουρμά, το μεχαλεμπί και είδαμε να γεμίζουν τα τραπέζια με τσίρους, σαρδέλα και αστακούς. Διαβάσαμε αποσπάσματα τα οποία περιγράφουν οικογενειακά γεύματα, καθημερινά και εορταστικά, που αποτελούν ευκαιρία για να συγκεντρωθούν όλοι οι συγγενείς, καθώς και άλλα που περιγράφουν την τελετουργική προετοιμασία του φαγητού και δραματοποιήσαμε μερικά από αυτά στις συναντήσεις μας. Είδαμε έτσι μέσα
από το μυθιστόρημα αυτό να ζωντανεύει η πολίτικη κουζίνα, αλλά διαπιστώσαμε και το ρόλο του φαγητού ακόμη και στο θάνατο, όταν είδαμε τη Λωξάντρα να πηγαίνει να τρώει τα ντολμαδάκια της δίπλα στους τάφους των αγαπημένων της.

          Κατόπιν, εξετάσαμε κάποια αποσπάσματα έργων του Στράτη Μυριβήλη, τα οποία αναφέρονται στην ελιά και στη μοναδική της παρουσία στο ελληνικό τοπίο:

           Οι κορμοί των δέντρων είναι βασανισμένοι από μια αγωνιώδη προσπάθεια.
Συστρέφονται, γονατίζουν να προσευχηθούν, υψώνουν σκληρά μπράτσα,
μέλη τυραννισμένα από την κίνηση, όλο αγκώνες και γόνατα. Οι στριφτές ρίζες
βυζαίνουν από την καρδιά της γης το χρυσό για τη σαλάτα του φτωχού.
Γίνεται εδώ φανερή η πολυτιμότητα της ελιάς για το τραπέζι των φτωχών. Αλλού περιγράφει έναν ελαιώνα:
        Ο ελιώνας σκεπάζει τα βουνά, φυλλουρίζει χειμώνα καλοκαίρι κι αναδεύεται μμε ασημένιες αντιφεγγιές. Η σκληρή φυλλωσιά έχει από τη μια μεριά ένα χρώμα μαργαριταρ, σαν να μουσκέυτηκε για πάντα από το φεγγαρόφωτο μιας αυγουστιανής νύχτας... Ο ελιώνας αργοσαλεύει τα κλωνιά σαν βάγια.
Η Κατερίνα Αγγελάκη – Rooke περιγράφει μια σκηνή που εκτυλίσσεται στον ελαιώνα και μέσα απ’ αυτήν τονίζει την αξία της ελιάς:
Γυρνώντας απ’ τη θάλασσα με τη μάνα μου καθόμαστε να ξαποστάσουμε κάτω απ’ την ίδια πάντα ελιά. Μου διηγόταν τότε την ιστορία του μέρμηγκα και του τζίτζικα, πρώτα μαθήματα εγκράτειας, σωφροσύνης, μα πάνω απ’ το κεφάλι μας ξεφώνιζε ο ποιητής με πάθος στο λιοπύρι. Ε, μάνα για ποιο χειμώνα μου μιλάς,
τι δυστυχίες, τι πάγος, και ποια πείνα. Τούτο είναι το θαύμα εδώ, αρχίζει με την κάψα
τελειώνει μόλις στα σκούρα μπει η μέρα τα σπόρια ζώνονται από παντού,
τα βρίσκει το μερμήγκι, ενώ ο γκρίζος ασυλλόγιστος βουβαίνεται, παγώνει.
Αχ, μάνα μου κακότυχη, που γέννησες μια τζίτζικα, δεν ξέρει να μαζώνει!
Στο διήγημα του Μωραϊτίδη Ο δεκατιστής (1894), ήρωας είναι ένας φορατζής ελαιοκάρπου. Η περιγραφή του ελαιοτριβείου, χώρου όπου ο δεκατιστής ασκεί κατ' εξοχήν το ειδεχθές του έργο, καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στον Μωραϊτίδη Οι λεπτομέρειες είναι συναρπαστικές, μια ποιητικότατη διάθεση διατρέχει τις σελίδες του, ώστε το κείμενο να λειτουργεί άκρως υποβλητικά.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στον Πρόλογό του για τα «Ρόδινα ακρογιάλια»

           Ολόγυρα είχαν ανοίξει τα ελαιοτριβεία. Από του Αγίου Ευσταθίου εγκαινιάζονται αι εργασίαι δ’ Αγιασμού, και τώρα εκόντευε να έλθη Άη Δημήτρης. Χρόνος η νύκτα. Έν ελαιοτριβείον ήτο πλησίον εις την οικίαν μας, άλλα δύο ένθεν κι εκείθεν του δρόμου αντικρύ, άλλο έν πέραν του μικρού χειμάρου, οκτώ ή δέκα άλλα τριγύρω εις τας δυτικάς και βορεινάς άκρας του χωρίου. Πολλοί έχουν εξυπνήσει και κυκλοφορούν εδώ κι εκεί, όπου ακούονται φαιδραί ομιλίαι ακόμη και άσματα, ή μάλλον κελεύσματα προς την βαρείαν αγγαρείαν του εργάτου, του ελαιοτρύπτου και του αδρακτίου με την τεραστίαν μανέλαν. Ακόμη κ’ ένας σαλεπτζής, νεωτερισμός κι αυτό.

Διαπιστώσαμε εδώ το πλήθος των ελαιοτριβείων και τη επίπονη εργασία που
απαιτούνταν για την παρασκευή του λαδιού σε αυτά.

Και πιο κάτω, περιγράφει το λάδι, που λάμπει μέσα στα κιούπια:

Το ελαιόλαδον, μέσα εις τα κιούπια, λάμπει καλλιότερον παρ’ όσον τα πέρπυρα εις τας δολεράς χείρας του αθλίου τοκογλύφου.

Στη «Σταχομαζώχτρα» αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που παλεύει για να επιβιώσουν τα δύο ορφανά που έχει υπό την προστασία της, δουλεύοντας σκληρά στις ελιές:

         «Τι να κάμη; έβαλε τα δυνατά της, κι επροσπαθούσε όπως-όπως να ζήση τα δύο ορφανά. Τι αξιολύπητα, τα καημένα! Κατά τας διαφόρους ώρας του έτους, εβοτάνιζεν, αργολογούσε, εμάζωνε ελιές, εξενοδούλευε. Εμάζωνε κούμαρα, και τα έβγαζε ρακί. Μερικά στέμφυλα απ' εδώ, κάμποσα βότσια αραβόσιτον απ' εκεί, όλα τα εχρησιμοποίει. Είτα, κατά Οκτώβριον, άμα ήνοιγον τα ελαιοτριβεία, έπαιρνεν ένα είδος πήχυν, ένα πενηντάρι εκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κι εγύριζεν εις τα ποτόκια, όπου κατεστάλαζον αι υποστάθμαι του ελαίου, κι εμάζωνε την μούργα. Διά της μεθόδου ταύτης ωκονόμει όλον το ενιαύσιον έλαιον του λυχναρίου της».
       
Ο Η. Παπαδημητρακόπουλος στη μελέτη του «Γκιουβέτσια και άλλα στον Παπαδιαμάντη» αναφέρεται στην περιγραφή των γευμάτων που γίνεται σε διάφορα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Επισημαίνει τον πλούτο των πραγμάτων στις περιγραφές του, καθώς και στις συχνές και επίμονες αναφορές σε φαγητά, γραμμένες μάλιστα με ιδιαίτερη τρυφερότητα.

           Όπως αναφέρει ο παραπάνω μελετητής του έργου του Παπαδιαμάντη, «άγρια λάχανα, τυρόπιττες, περσικό πιλάφι, σούβλες, νεφραμιές, γουρουνοπούλες, χοιρίδιον παραγεμιστόν, σπληνάντερα, κοκορέτσι (ως προφταστήρια, ή ψυχόσιαγμα...), χέλι ψητόν μετά φύλλων δάφνης στη σούβλα, τρυφερά ερίφια, κρίταμα, αρμυρήθραι, τουλουμοτύρια, εχίνοι και οστρείδια, αστακοί μαγειρευτοί με μάραθα, πετροκάβουρα, παγούρια εύχυμα, κογχύλια, γωβιοί, λάχανα θαλασσινά, μοσχάτος οίνος, μαστίχαι, ρούμι, ρακή, μπακλαβάδες, τρίγωνα, χαμαλιά, τηγανίτες, φουσκάκια, πετμέζι, ξηρά σύκα, και τόσα άλλα χάδια της κοιλιάς, πάνε και έρχονται στις σελίδες των μυθιστοριών του».

Ο ίδιος επισημαίνει ότι τα φαγητά στον Παπαδιαμάντη, δεν αποτελούν λαογραφικές, ηθογραφικές ή άλλες καταθέσεις, αλλά λειτουργούν μέσα στην όλη τεχνική της περιγραφής, ως μία επί μέρους πραγματογνωσία. Όπως παρατήρησε ο Παν. Μουλλάς, «Κάποτε, η επιθυμία του φαγητού αφήνει στη μνήμη του χαρακτηριστικές λεπτομέρειες...».

           Παρατηρώντας κάπως πιο συστηματικά τα φαγητά των διηγημάτων, βλέπουμε ότι τα κυρίως όψα, με τα οποία διατρέφονται οι ήρωες, είναι το ψωμί, το κρασί, λίγο τυράκι, οι ελιές, ο ταραμάς και, πάνω απ' όλα, το γκιουβέτσι. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα, τα οποία περιλαμβάνονται στη μελέτη του Η. Παπαδημητρακόπουλου για τον συγγραφέα:


Εις όμως υπάλληλος ήτο πολύ πονηρός, και τον είχε καταλάβει. Φαίνεται να ήτον «Μωραΐτης». Αλλ' ο μπαρμπ’-Αλέξη ς ταχέως τον αφώπλισεν. Υπό την πρώραν της βάρκας
έκρυπτε πάντοτε μίαν τσότραν γεμάτην, ή και δαμεζάναν ολόκληρον, του ευρίσκοντο δε και κάτι ορεκτικά εδέσματα της πατρίδος του. Με μισή αστακοουρά, με κανέν καπνιστό κεφαλόπουλο της λίμνης, με ολίγον αυγοτάραχον, μ' ένα έγχελυν αλατισμένον, όλα προϊόντα της μικράς ωραίας νήσου, ο μπάρμπ'-Αλέξης έκαμνε τη δουλειά του.                        (Ο Πανταρώτας)

         Έμειναν σύμφωνοι να έλθη ο λεμβούχος να τους δώση είδησιν εις τας τρεις, δια να ετοιμασθούν, και εις τας τέσσαρας να εκκινήσωσιν. Ο παπα-Φραγκούλης διέταξε να τεθώσιν εις σάκκους αι προσφοραί όσας είχε, καί τινα δίπυρα, και εις δύο μεγάλα κλειδοπινάκια έθεσεν ελαίας και χαβιάρι. Εγέμισε δύο επταοκάδους φλάσκας με οίνον από την εσοδείαν του. Ετύλιξεν εις χαρτιά δύο ή τρία ξηροχτάποδα, και, μικρόν κυτίον το εγέμισεν ισχάδας και μεγαλόρραγας σταφίδας... Έφεξεν ο Θεός την χαρμόσυνον ημέραν, και οι αιπόλοι εφιλοτιμήθησαν να σφάξωσι και ψήσωσι δύο τρυφερά ερίφια, ενώ οι δύο υλοτόμοι είχαν φέρει από το βουνόν πολλάς δωδεκάδας κοσσύφια αλατισμένα• και ο καπετάν-Κωνσταντής ανεβίβασεν από το γολετί, το οποίον ουδένα κίνδυνον διέτρεχεν, όπως ήτο καθισμένον, αν δεν έπνεε νότος από της ξηράς να το απωθήση προς το πέλαγος, ανεβίβασε δύο ασκούς γενναίου οίνου και εν καλάθιον με αυγά και κασκαβάλι της Αίνου και ημίσειαν δωδεκάδα όρνιθας και μικρόν βυτίον με σκομβρία. (Στο Χριστό στο Κάστρο)

       Έφθασαν εις τον Άγιον Ηλίαν άμα τη ανατολή του ηλίου, και αφού εδροσίσθησαν υπό την εξαίσιον φυλλάδα των μεγαλοπρεπών πλατάνων και έπιον ύδωρ εκ της αμφιλαφούς κρήνης, της προχεούσης εις όλην την μαγευτικήν κοιλάδα τα διαυγή της νάματα, οι μεν άλλοι εστρώθησαν υπό τας πλατάνους, και παρηκολούθουν με βλέμμα θωπευτόν το ολονέν ροδίζον αρνί εις την σούβλαν, περιμένοντες όσον ούπω ν' απολαύσωσιν ως «προφταστήρα» το ορεκτικόν κοκορέτσι, οι δε πέντε εκ της συνοδείας επέβησαν εκ νέου εις τα ονάριά των και διευθύνθησαν εις το Πρυΐ. (Στην Αγ’ Αναστασά)

          Ο Αγάλλος ήτον περιμάχητος γαμβρός. Οκτώ χρόνια, δεκαέξ μπακλαβάδες, εικοσιτέσσαρες σουπιέρες χαμαλιά, παραπάνω από σαράντα κόττες και πίττες. Και ποιος τα λυπάται αυτά; [...] Εν τω μεταξύ, ο μπαρμπα-Γκιουλής, ο κατ’ αποκοπήν μάγειρος όλων των γάμων, είχεν ανάψει κάτω, εις την αυλήν του οικίσκου, δύο μεγάλας πυράς, και επί της μιας ανεβίβασε τεράστιον ρακοκάζανον, τεμαχίσας εντός του οκτάμηνον πρόβατον, και ήρχισε να το τσιγαρίζη δια να κάμη το σύνηθες εις τους γάμους περσικόν πιλάφι, ενώ επί της άλλης, ευθύς ως έγινεν ανθρακιά, έτεινε παραλλήλους δύο σούβλας με δύο άλλα σφαχτά. Κύπτων επί των δύο πυρών, με την μία χείρα εγύριζε την σούβλαν, με την άλλην εχειρίζετο την τεραστίαν κουτάλαν, δι’ης ανεκάτωνε κ’ ετσιγάριζε το κρέας με τα κρόμμυα. [...] Μόλις ήρχισε να ροδοκοκκινίζη το ψητόν, μόλις ήρχισε να μυρίζη προκλητικώς το τσιγαριστόν, και ο Γκιουλής, ανασπάσας την μάχαιραν από το πλατύ κίτρινον ζωνάρι του, ήρχισε να κόπτη γενναίους μεζέδες από τα δύο ψητά, και δια της κουτάλας έβγαζε μεγάλα κομμάτια από το τσιγαριστόν. (Οι Ελαφροΐσκιωτοι)

        Μικρόν μετά την μεσημβρίαν έφθασε μέγα πήλινο γκιουβέτσι με χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο και κοιλίτσες και καρδιές, μετά παχείας βορβορόχρου σάλτσας. [...] Η πεντακέφαλος εύθυμος παρέα επείθετο να ψηφοφορήση «μονοκούκι» υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου, αντί προκαταβολής 210 δραχμών είς μετρητά, ενός γκιουβετσίου, δύο γαλονιών οίνου κ' ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχιών περιπλέον δια τον Κώσταν τον Άγγουρον. (Οι χαλασοχώρηδες)

        Και η ψυχρά ριπή δεν ήτο δυσάρεστος εις τον μικρόν κτηματίαν τον επιβαίνοντα του


όνου και απερχόμενον εις τον αγρόν του ουδέ εις τον ζευγηλάτην, τον διά της φωνής αποτείνοντα τα κελεύσματα εις τους βους του:
-Ο! Μελίσσ', όξου Μαυρομμάτ'!
και δια του βλέμματος θωπεύοντα την μεγάλην χύτραν, με τα καλομαγειρευμένα με ικανόν ευώδες έλαιον φασόλια, και με άφθονον κόκκινην πιπεριάν, την οποίαν...
(Ολόγυρα στη λίμνη)

      Τρεις άνθρωποι, τρεις φυλαί, τρια θρησκεύματα, ως κοινόν γνώρισμα είχον μεγάλην κλίσιν εις τα γκιουβέτσια, τα οποία παρήγγελλον εις τον γειτονικόν φούρνον με μακαρόνια πολύ χονδρά, ραβδωτά, τα οποία τινές ονομάζουσι, δεν ειξεύρω διατί, σέλινα. (Αντίκτυπος του νου)

      Εκείνην την βραδιάν τον είχε προσκαλέσει μια παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας από αυτούς έβαλλε γκιουβέτσι κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν.
Ήτον λοταρτζής κ' εκέρδιζε δέκα ή δεκαπέντε δραχμάς την ημέραν. Τι να τας κάμη; Τους εβαλλε γκιουβέτσι και τους εφίλευε. Ήσαν λοτοφάγοι, με όμικρον και με ωμέγα. (Ξεπεσμένος Δερβίσης)


          Με το διήγημα, τέλος, Ο Κακόμης, έχουμε πλέον την πλήρη και ακριβή ταυτότητα αυτού του φαγητού. Το γκιουβέτσι είναι, λοιπόν, το φαγητό των μοναχικών και, κατ’ επέκτασιν, των ελεύθερων ατόμων: δεν αποτελεί έδεσμα της οικογενειακής εστίας, αλλά φαγητό της ταβέρνας, της ανδρικής παρέας, του πότη. Τα υλικά του είναι στοιχειώδη (ζυμαρικά και λίγο λαδάκι σε ένα πήλινο σκεύος), η παρασκευή του απλούστατη (μπορεί να ετοιμασθεί στο άψε-σβήσε από τον φούρναρη, ή και –σπανίως- τον χασάπη, οπότε και το συνοδεύει βορβορόχρους σάλτσα), η γεύση του εξαίρετη (αρκεί να ψηθεί στον με φρύγανα λειτουργούντα τότε φούρνο της γειτονιάς).

          Ο Κακόμης, ένα από τα πιο ωραία και μάλλον άσημα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, δεν αποτελεί παρά την υποδειγματική περιγραφή της ημέρας ενός μοναχικού χειρώνακτος. Ο Αποστόλης ο Κακόμης, τρέφεται αποκλειστικά με ένα γκιουβέτσι, που το τρώει κάθε μεσημέρι ζεστό-ζεστό, δίπλα εκεί, στο φούρνο -όπου του το ετοιμάζουν. Τις ημέρες της νηστείας το παρασκευάζει σαρακοστιανόν- και έτσι γλιτώνει τα έξοδα για το λαδάκιΣτο διήγημα αυτό, όπως επισημαίνει ο Η. Παπαδημητρακόπουλος, το γκιουβέτσι, εδώ, αποκτά τέτοια αφηγηματική σημασία, ώστε αποτελεί το δραματικό ισοδύναμο του ήρωα. Χωρίς την καθημερινή λειτουργία (σχεδόν τελετουργία...) του γκιουβετσιού, ο συγκεκριμένος αυτός ήρωας είναι αδύνατον να υπάρξει!

             Κατόπιν περάσαμε στη σύγχρονη πεζογραφία και διαβάσαμε ένα απόσπασμα από το έργο του Νίκου Κάσδαγλη, με τίτλο  «Τόκιο», το οποίο αναφέρεται στην ιαπωνική διατροφή και στην απόλαυση του φαγητού, όπως την είδε σε ένα ταξίδι του στην Ιαπωνία το 1980: 

Η μεγαλύτερη σερβιτόρα, μεσόκοπη, μ’ επίσημο μαύρο κιμονό, αναλαβαίνει να με περιποιηθεί. Μου δείχνει πώς ν' ανακατέψω τις σάλτσες, ποια πηγαίνει με το ψάρι, ποια με το κρέας, τι ταιριάζει στους άλλους μεζέδες. Το ωμό κρέας και το ψάρι γλιστράν από τα ξυλαράκια μέσα στη σάλτσα, μα τελικά τα καταφέρνω. Παρά το δισταγμό μου, στην αρχή, τα τρώω μ' ευχαρίστηση.



         Στο μεταξύ μου φέρνουν ένα μάτι με αέριο, το συνδέουνε στο τραπέζι μου. Βάζουν πάνω ένα πήλινο τσουκάλι με νερό, κι η σερβιτόρα, χαμογελαστή, ρίχνει μέσα στο νερό που βράζει, λίγα λίγα, τα χορταρικά και τα θαλασσινά, και τα κομμάτια το ψάρι, κι ό,τι άλλο βρίσκεται στο πιάτο. Τρώω μέσα από ένα μπολ, και μου το γεμίζει συνέχεια απ' το τσουκάλι. Χρησιμοποιεί δυο μακριά ξυλαράκια για σερβίρισμα, σκαλισμένα και λακαρισμένα, πολυτελή. Τα δικά μου, πρόχειρα, θα πεταχτούνε μετά τη χρήση. Κάθε τόσο με σερβίρει σάκι, το γιαπωνέζικο ρακί, που το ζεσταίνουνε για να το πιουν.

         Το πιάτο είναι τεράστιο, όχι όμως βαρύ. Το αποτελειώνω, πεινασμένος καθώς είμαι, άλλωστε οι Γιαπωνέζοι δε δίνουν ψωμί. Το ίδιο το φαγητό θα το 'λεγα άγευστο, αν δεν ήταν οι πικάντικες σάλτσες.

         Η σερβιτόρα μου, αφού ψαρέψει και το τελευταίο χορταρικό, και το τελευταίο μακαρόνι μέσα από το τσουκάλι, μου σερβίρει ύστερα και το νερό, να το πιω για κονσομέ. Δεν έχει άδικο, είναι νόστιμο, τόσα πράματα έχουνε βράσει μέσα.

         Στο παραδοσιακό εστιατόριο με περιποιηθήκανε σαν να 'μουν πρίγκιπας, κι ύστερα με βάλαν να πληρώσω για την περιποίηση· λογικό. Ο λογαριασμός έξι χιλιάδες γιεν, κάπου χίλιες διακόσιες δραχμές.

         Μια δεύτερη εμπειρία: στην Ιαπωνία έχει περισσότερη σημασία ο τρόπος που θα σε σερβίρουν, από το ίδιο το φαΐ.

                            Ν. Κάσδαγλης, Δρόμοι της στεριάς και της θάλασσας, Κέδρος
Κατόπιν, αναφερθήκαμε στο μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου «Γιάντες», στο οποίο η συγγραφέας περιγράφει τρεις γενιές μιας οικογένειας που έχει πάθος με την μαγειρική. Η Αθηνά μεταφράζει το βιβλίο που έγραψε ο αδελφός της Ηλίας στα Αγγλικά. Επειδή είναι μικρό σε όγκο, κανένας εκδότης δεν το δέχεται, έτσι παρεμβάλλει την δική της ιστορία, ανάμεσα στα κεφάλαια του αδελφού της. Αφηγείται με καυστικό χιούμορ και μελαγχολία τις οικογενειακές και προσωπικές στιγμές της. Μιλά για το θάνατο του πατέρα της, τους έρωτες και χωρισμούς της, για θείους, θείες ξαδέλφια και συναδέλφους και ενώ ο Ηλίας δημιουργεί ιδιαίτερα κεφάλαια με τίτλο «Θα σε χτυπήσω σαν χταπόδι» μία φράση της γιαγιάς. Στο βιβλίο αυτό ντομάτες, μαϊντανός, ελιές, ρύζι, ζαφορά και συστατικά της μεσογειακής κουζίνας προσωποποιούνται και γίνονται αφηγητές οικογενειακών στιγμών των μελών της οικογένειας. Με ανατρεπτικό χιούμορ τα κεφτεδάκια, περιγράφουν διάφορα περιστατικά, όπως από τα γενέθλια των κοριτσιών.Ενώ με ειρωνική διάθεση ο μαϊντανός λέει την ιστορία του Φώτη. Η Ζαφορά αναφέρεται στο χάσμα των σχέσεων Ειρήνης - Περικλή. Ενώ και το κολοκύθι αναφέρονται στις παράξενες συμπεριφορές της Διονυσίας.Απορεί η ντομάτα για την ζωή του σεφ Στέφανου. Έτσι λοιπόν το «Γιάντες» περιέχει ένα βιβλίο μέσα σε ένα βιβλίο το οποίο μπορεί να διαβαστεί μόνο του, το καθένα μόνο του σαν ένα.
       Μιλήσαμε, τέλος, για το μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου «Για να δει τη θάλασσα», στο οποίο η ηρωίδα δε θυμάται ποια είναι ούτε πώς τη λένε, θυμάται όμως να μαγειρεύει. Στην κουζίνα ενός ταβερνείου του Κολωνού, ανάμεσα σε μυρωδιές μπαχαρικών και συνταγές ξεχασμένων φαγητών, θα προσπαθήσει να πυροδοτήσει τις αναμνήσεις της και να ξαναβρεί τη βιωματική της μνήμη. 


Συμπερασματικά, η παρουσία της ελιάς και της διατροφής είναι έντονη σε πολλά λογοτεχνικά κείμενα, όπως διαπιστώσαμε μέσα από το λογοτεχνικό ταξίδι μας στο χρόνο.
 



Φαίη Καϊτατζή, Αφροδίτη Πρωτοψάλτη, Δέσποινα Ριμπιακόβα, Λουκία Σκλαβούνου, Β΄ τάξη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου